Κεφάλαιο 1ο

Υπάρχει μια κατάσταση χειρότερη από το να ζωγραφίζω τις αποχρώσεις μιας απροσδιόριστης κατάθλιψης πάνω σε μια οθόνη.

Είναι εκείνο το σημείο που η μία μέρα διαδέχεται την άλλη και γίνονται όλες, μια μεγάλη, κουραστική μέρα. Υιοθετείς παράλληλες λογικές μέτρησης και εκτίμησης του χρόνου που περνά. Φεύγεις από τους χτύπους του ρολογιού, τα ημερολόγια. Ξεχωρίζεις τις περιόδους από τις στιγμές που τις σημάδεψαν.

Και,

ανατρέχεις σε αυτές κάθε φορά που θέλεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι έζησες.

Έχεις χάσει κάθε κινηματογραφική οπτική της καθημερινότητάς σου. Έχεις σταματήσει να βγαίνεις έξω από το σώμα σου και να το βλέπεις να κάνει κάτι, οτιδήποτε.

Για μουσικές, ούτε λόγος.

Πάρε όλες τις πάνω γραμμές και άπλωσέ τες κάθετα, σα λωρίδες σε ένα τοίχο. Μέχρι να καλυφθεί από άκρη σε άκρη με εκείνο το χρώμα που ποτέ δε συμπάθησες.

Άπλωσα την εφημερίδα στο πάτωμα και θαύμαζα το συνδυασμό του παλιού καφέ ξύλινου πατώματος με το συννεφιασμένο ουρανό έξω από το κακόγουστο αλουμινένιο παράθυρο. Χαρτιά, σκορπισμένα παντού. Άκαρπες προσπάθειες προσέγγισης μιας ουσίας που κιτρινίζει μέσα στα ξεθωριασμένα πλέον, Α4.

Μέχρι και τίτλους για τα διηγήματα σταμάτησα να επινοώ. Τους έδινα ηλίθιους κωδικούς. Κάπου το έχασα στην πορεία και αυτό. Και δε γύρισα πίσω να δω τα κομμάτια. Απλά πού και πού τιναζόμουν από το λήθαργό μου και συνειδητοποιούσα ότι κάτι λείπει. Δεν έκανα τον κόπο να κοιτάξω πίσω.

Είχα πια απομακρυνθεί ακόμη και από ο,τι αγαπούσα. Από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα.

«Έγινες και εσύ μια κουκίδα μακρινή, χαμένη μέσα στο σκοτάδι»

Και κάτω από αυτό μια υπόσχεση.

Θυμάμαι που μου είπες ότι η μοναξιά είναι μια μορφή σπατάλης.

Τόσες σκέψεις, τόση νιότη, τόσες ευκαιρίες απλά, χαμένες. Και πριν αρχίζουμε να ουρλιάζουμε και να πετάμε πράγματα ο ένας στον άλλο, πίνουμε ένα καφέ και συζητάμε αηδίες. Και ο καφές συνεχίζεται στο διηνεκές.

Μα -σπατάλη ; Μου έφερες τον κόσμο ανάποδα.

Και ας μην το κατάλαβες, κι ας μην στο είπα. Αρχικά καταχωρήθηκε ως άλλη μια ατάκα. Μέχρι που άρχιζε να σκεπάζει τα πάντα. Μέχρι που με τρέλανε.

Και η τρέλα πλέκει τον ιστό της. Σπατάλη: Παντού. Νιώθω τη βροχή από παραδείγματα και καταστάσεις να διαπερνάει το κρανίο μου και να ξεπλένει τον εγκέφαλό μου στο σοκάκι του δρόμου. Και βλέπω τον εαυτό μου να τον κυνηγάει πριν χαθεί στο φρεάτιο.

Γελάω τώρα αν δε με βλέπεις.

Προσπαθείς από τη στιγμή που ξυπνάς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν πας χαμένος. Όχι στα απλά. Όχι στη δουλειά. Όχι σε τέτοιες βλακείες. Καλά είσαι εκεί που είσαι. Δεν το αποφάσισες εσύ. Κάποιος κίνησε τα νήματα, κάποιος που δε θα φτάσεις και δε θα καταλάβεις ποτέ.

Είναι ένα άλλο «χάσιμο», πιο βαρύ, πιο βαθύ. Είναι το χάσιμο του χρόνου που αποτυπώνεται στο πρόσωπό σου, στα χέρια σου, στα μαλλιά σου. Είναι αυτό που δε μοιράστηκες, αυτό που δεν τραγούδησες, αυτό που δεν αγάπησες, αυτό με το οποίο δεν έκλαψες, αυτό που δε μίσησες.

Θυμάμαι πιτσιρίκι το έγραφα με ένα κόμπο στο λαιμό: Εκείνο το παράδειγμα με τον πίνακα στην άκρη του τοίχου που παλεύει με τη σκόνη και το χρόνο.

Δεύτερο κύμα βροχής, ξεπλένει και τα μάτια και το στόμα. Χάνω τα χαρακτηριστικά μου, χάνω την αύρα μου. Γίνομαι ο,τι μισούσα. Γίνομαι ότι έβλεπα γύρω μου.

Και ξαναθυμήθηκα, θεέ μου, άλλο παράδειγμα, αυτό με το νέφτι, αυτό το συναίσθημα ότι χάθηκε οτιδήποτε ξεχώριζε τους ανθρώπους. Το παράδειγμα του γίναμε όλοι ένα – σκεφτόμαστε το ίδιο, χάσαμε το νόημα.

Σύρθηκα μέχρι τα βιβλία μου. Σύρθηκα μέχρι τους τόμους που έγιναν χαρτοπολτός μέσα στο κεφάλι μου. Χαρτοπολτός που στον πετάει κάποιος που δεν βλέπεις, γελάει, κοροϊδεύει και εσύ γονατιστός κλαψουρίζεις με ένα συναίσθημα μεταξύ ντροπής και ηλιθιότητας που δεν κατάφερες να ξεζουμίσεις το μεγάλο συμπέρασμα:

Όσο μαθαίνεις, τόσο χάνεσαι.

Και παρακαλάς να ξεχάσεις, να τα ξεχάσεις όλα, να μην είχες ζήσει, να μην είχες μελετήσει, να μην είχες μεθύσει κάποια νύχτα, να μην είχες δώσει λάθος υποσχέσεις, να μην πλήγωνες κανέναν.

Να μην υπήρχες.