Ηχεί ο απαλός θόρυβος που κάνουν οι ψιχάλες της στο θολωμένο τζάμι του αυτοκινήτου.

Καυτά δάκρυα κυλούν στα ήδη υγρά σου μάτια.

Σαν τον ουρανό κλαις και εσύ. Σαν καθοδηγητής είναι στο ξέσπασμά σου.

Σου τρυπάει την ψυχή με την θλίψη που διαφεντεύει την μουντή ατμόσφαιρα της βροχερής αυτής μέρας.

Και η θλίψη αποτυπώνεται έντονα στα υγρά σου μάτια όπως ποτέ ξανά.

Αυτός ο καιρός ξεδιπλώνει τις κρυφές πτυχές του πληγωμένου σου εαυτού, σκέφτομαι.

Και τότε σε κοιτάζω και ένα έχω μόνο να σου πω.

«Δεν σου ταιριάζει καλέ μου αυτό το σκοτάδι που αντικρίζω να σιγοκαίει το άλλοτε γελαστό σου πρόσωπο. Θυμάσαι τι μου είχες πει κάποτε; να χαμογελάω.. γιατί  ξεπηδά μια λάμψη που ακτινοβολεί στους γύρω μου.. πως ξεχνάς να το εφαρμόσεις και εσύ στον εαυτό σου;»

«Αφού μια μπόρα είναι, θα περάσει. Κι όπως πάντοτε στο τέλος ο ουρανός θα σκεπαστεί με τις ηλιαχτίδες ενός απέραντα χαρούμενου ήλιου, γύρνα και εσύ στις μέρες της αισιοδοξίας. Στις μέρες που το χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη σου έδινε σειρά στο δικό μου…»