Το φώς με ενοχλεί ρε γαμώτο.

 

Σύρθηκα μέχρι τον καναπέ, να βρω ένα μέρος να κρυφτώ. Θέλω λίγη σκιά ακόμη, λίγα λεπτά.

 

Να μη σταματήσει το όνειρο.

 

Ήμασταν λέει σε ένα κρεβάτι πίσω από ένα τεράστιο παράθυρο με θέα τη θάλασσα. Και είχες ξυπνήσει πριν από εμένα και με κοιτούσες. Και ήσουν η πρώτη εικόνα της νέας ημέρας. Και σε κοίταξα σα να μου αποκαλύφθηκε ξαφνικά ο σκοπός ύπαρξης μου σε αυτό τον πλανήτη. Σα να τοποθετήθηκαν όλα τα σκόρπια κομμάτια του πάζλ στη σειρά, σα να απέκτησαν όλα νόημα, σαν όλες οι μουσικές να γράφτηκαν στην ίδια κλίμακα και να δέθηκαν σε μια ατέρμονη μελωδία.

 

Αλλά το φώς με κυνήγησε, με βρήκε, με ξετρύπωσε από μια γωνία του βομβαρδισμένου μου σαλονιού. Πάντα έτσι είναι, πάντα πρέπει να συναντήσεις την επόμενη μέρα. Και σιχτιρίζεις εκείνα τα 2-3 δευτερόλεπτα που αντικρίζεις τις σκέψεις που έρχονται να μπουν μέσα στο σώμα σου και να του προσθέσουν το βάρος που θα κουβαλάς τις υπόλοιπες ώρες που υπολείπονται μέχρι να ξανακοιμηθείς.

 

 

Κάπου σκατά ήμουν χθες το βράδυ. Δε θυμάμαι ούτε πόσο ήπια ούτε με ποιόν ήμουν. Μόνο αυτός ο πόνος στο στήθος μου πετάει ένα clue, ότι κάποιος θα μιλούσε και θα τον άκουγα ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο.

 

Γυρίζω ανάποδα και κοιτάζω το ταβάνι. Σκέφτομαι το ενδεχόμενο να έγραφα τις σκέψεις κάθε ημέρας, όλους τους συνειρμούς, όλη την ιστορία. Όχι στον υπολογιστή – σε χαρτιά από δω και από εκεί. Και μόλις μαζεύονταν αρκετά να τα ανακάτευα πετώντας τα ψηλά – και όπως έπεφταν στο πάτωμα, έτσι να τα μοιραζόμουν. Έτσι να τα έγραφα.

 

Ούτως ή άλλως, δε θα έβγαζαν νόημα.

 

Αρχίζω να θυμάμαι:

Θυμάμαι ένα τύπο που καθόταν σε μια γωνία του μπαρ και απλά χαμογελούσε. Και σκεφτόμουν ότι δεν καταλάβαινε τίποτα από οτιδήποτε του έλεγαν. Απλά ήταν χαρούμενος που δεν ήταν στο σπίτι του.

 

Θυμάμαι μια γκόμενα με ένα μαύρο φόρεμα – ανταλλάξαμε τις γνωστές ματιές του ανέφικτου. Ξαναβυθίστηκε στα κεφάλια της παρέας της και εγώ στο ποτό μου.

 

Θυμάμαι ότι έσβησα τη μουσική από το μυαλό μου γιατί δε μου άρεσε.

 

Α ! Ήταν και ένα σφηνάκι μπροστά μου που αποφάσισα να μην το πιω – γιατί έπρεπε να οδηγήσω. Τι μαλάκας – το σφηνάκι με χάλασε – όχι το μισό μπουκάλι πριν από αυτό.

 

Μπουσουλώντας προς την κουζίνα χαμογέλασα με την εικόνα που πιθανότατα είχα χθες το βράδυ. Ο αποτυχημένος συγγραφέας που βγήκε να ξεχάσει ότι δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Χαμογέλασα επίσης με τη σκέψη ότι οδεύω ολοταχώς προς τον πάτο. Συνήθως μετά το χαρακτηριστικό ήχο της πρόσκρουσης αναζητώ (και βρίσκω) μερικές καλές ιδέες που μεταφράζονται σε εμπνευσμένες γραμμές.

 

 

Περίμενα την εσπρεσομηχανή να βγάλει τις πρώτες σταγόνες που θα με έσωζαν, καπνίζοντας και ακούγοντας ένα τραγούδι του Θηβαίου.

 

Σκεφτόμουν με μισό εγκέφαλο ότι όλα τα τραγούδια μιλάνε για αγάπες – χαμένες, καινούργιες, ανέφικτες, τελειωμένες. Και όταν ακούω κανένα βαρύ καψουροτράγουδο ή κανένα περίεργο έντεχνο θυμάμαι όλες τις μαλακίες που έχω κάνει. Για αυτό αποφεύγω τα ελληνικά: Κάποιο στίχο θα προσέξω, θα κάνω κάποιο συνειρμό, θα χαλαστώ.

 

Το κομμάτι που παίζει αυτή τη στιγμή στο ραδιόφωνο το άκουσα πρώτη φορά σε ένα φοιτητικό καφενείο στα Εξάρχεια αγκαλιά με μια γκόμενα που της άρεσε να βάζει αυτά τσιμπιδάκια που κρατούν τα μαλλιά, στις τσέπες του τζίν της. Έλεγε πάντα χαμογελαστή το ίδιο αστείο : Ότι το να πιάνεις τα τσιμπιδάκια στο τζιν είναι μόδα που της είχε εκμυστηρευτεί ένας εκκολαπτόμενος κομμωτής. Ήπιαμε το τελευταίο ρακόμελο και συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είχαμε χρήματα να γυρίσουμε σπίτι. Ούτε ένα ευρώ. Και ξεκινήσαμε από τα Εξάρχεια με τα πόδια μέχρι την Κυψέλη.

 

Και είχαμε πάντα κάτι να πούμε, ήταν αρχή, ανακαλύπταμε ο ένας τον άλλο. Είχαμε ζουμάρει ο ένας στον άλλον, spot focus: Όλα τα άλλα ήταν θαμμένα σε ένα γλυκό blur πέπλο. Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχε η βροχή, δεν υπήρχε φως. Μόνο δύο σώματα που προχωρούσαν σε μια απειροελάχιστη αρτηρία-δρόμο της πόλης. Με εκείνη τη γλυκιά προσμονή του ξεγυμνώματος.

 

«Αγάπη μου μικρή» – Έκλεισα το ραδιόφωνο.

 

Ο καφές κυνηγά τα μόρια του οινοπνεύματος στο αίμα μου. Ο εγκέφαλος μου φορτώνει συνέχεια δεδομένα, φεύγω μακριά από τις εικόνες που με έπλασαν, κλείνω το σκονισμένο μου βιβλίο. Επιστρέφω στη αναζήτηση άλλης μιας γραμμής κειμένου.

 

Λίγο πριν κλείσουν όλες οι σκέψεις που συνόδευαν τα πρώτα λεπτά μετά τα όνειρά μου, θυμήθηκα ότι η γκόμενα είχε σκούρα πράσινα μάτια που πάντα νόμιζα ότι είχαν μικρές κίτρινες πινελιές στην ίριδα.

 

«Μαργαρίτες σε ένα καταπράσινο λιβάδι» – έτσι παρομοίαζα τα μάτια της.

 

Βγήκα στο μπαλκόνι, έκλεισα τα μάτια, άκουσα την πόλη που αδιαφορούσε για τα δικά μου προβλήματα. Ωστόσο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έγειρε πάνω το κεφάλι μου και μου ψιθύρισε:

«Γράψε για τους ανθρώπους»

 

Και κάπου εκεί η πόλη μου γύρισε την πλάτη και συνέχισε στον επόμενο που ρωτούσε.

 

Spy Tro on Facebook