Σ’ έχει επισκεφτεί ποτέ το πνεύμα των Χριστουγέννων;

 

Όχι;

 

Χμ! Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό… Αν δεν έχεις τίποτα να διδαχτείς είναι καλό, υποθέτω. Αν, όμως, έχεις πράγματα ακόμα να μάθεις ίσως να μη σε πέτυχε μόνο ως τώρα. Γιατί το πνεύμα των Χριστουγέννων προτιμά τους μοναχικούς ανθρώπους. Βγαίνει μέσα από την ψυχή τους και τους ταξιδεύει ως τις αμαρτίες τους. Αν, λοιπόν, κάτι κακό έχεις κάνει και το πνεύμα ακόμα να σου χτυπήσει την πόρτα, αυτό είναι κακό. Πρέπει να δοκιμάσεις να μείνεις για λίγο μόνος.

 

Εμένα μ’ επισκέφτηκε φέτος! Ναι! Ήρθε τον Φλεβάρη κι υποσχέθηκε να μείνει μαζί μου μέχρι τις 25 Δεκέμβρη. Εξάλλου, μου το δήλωσε! “Δεν θα φύγω αν δεν κάνεις reset”. Κι από τότε μ’ έχει ταξιδέψει σ’ όλα τα στραβά που έχω κάνει. Σαν φύγει, λέει, δεν θα είμαι ο ίδιος άνθρωπος.

 

Ξεκίνησε πολύ δραστικά! Μου έκανε τη ζωή άνω κάτω! Ανατροπή πραγματική! Για να μάθω πως πρέπει να συμφωνούν αυτά που νιώθουμε με αυτά που κάνουμε.

 

Κι ύστερα με πήγε στα επτά μου. Με πήγε στο σχολείο μου. Είχαμε ένα κοριτσάκι εκεί, ορφανό από μαμά. Ο μπαμπάς του ήταν ένας από τους παλιούς, δηλαδή παλαιού τύπου, άνδρες. Οδηγός κάρου στο επάγγελμα! Ναι, από αυτά με το άλογο. Το καημένο ήταν αφρόντιστο. Και είχε ψείρες. Κι εμείς το κοροϊδεύαμε.

 

– Βρες την! Βρες την και πες συγνώμη!

 

– Και πού να την βρω, βρε πνεύμα;

 

– Δεν με νοιάζει, βρες την!

 

– Αδύνατον. Και να πάω στο “πακέτο” ντρέπομαι. Εξάλλου, αν πρέπει να διορθώσω αυτήν την αμαρτία, τότε φαντάζομαι πως θα υπάρχουν πολλές δεκάδες ακόμα. Πόσες φορές θα πρέπει να χτυπήσω την πόρτα της Χατζηβασιλείου;

 

– Τέλος πάντων! Αναγνωρίζεις το λάθος σου;

 

– Ναι.

 

– Καλά, τότε! Άσ’ την αυτήν.

 

Μετά με ταξίδεψε κι αλλού, κι αλλού.

 

Με πήγε να συναντήσω μια παλιά μου κοπέλα. Της είχα μιλήσει άσχημα.

 

– Βρες την!

 

– Την έχω φίλη στο φουμπού.

 

– Συγνώμη της είπες;

 

– Όχι…

 

– Πες της.

 

Τί το ήθελα;

 

Η απάντηση που πήρα ήταν…

 

“Δεν πειράζει. Υποθέτω πως είμαστε πάτσι. Θυμάσαι τον Γρηγόρη”;

 

Δεν λέω παραπάνω, γιατί θα με κοροϊδεύεις.

 

Κι έτσι φτάσαμε μέχρι το σήμερα. Μετά από πολλές συγνώμες.

 

– Μα καλά! Είσαι εντελώς ανεπίδεκτος!

 

– Γιατί;

 

– Συνεχίζεις το ίδιο βιολί!

 

– Τί εννοείς;

 

– Πάλι λάθη κάνεις.

 

– Πες μου να τα διορθώσω.

 

– Βγες στο μπαλκόνι σου και δες δεξιά!

 

– Ε, τί; Το σπίτι της Ρούλας.

 

– Τί έκανε για σένα;

 

– Ήταν πολύ καλή, είπα χαμογελώντας. Όταν μετακόμισα εδώ, μου έφερνε φαγητό σχεδόν κάθε μέρα.

 

– Σου άρεσε;

 

– Ναι, αλλά ένιωθα υποχρεωμένος. Και της πήγαινα κι εγώ. Ποτέ δεν της επέστρεψα άδειο πιάτο.

 

– Και τώρα;

 

– Χαθήκαμε.

 

– Γιατί;

 

– Γιατί βρήκα άλλες παρέες.

 

– Πιο ενδιαφέρουσες να υποθέσω. Και πριν δυο εβδομάδες; Τί έγινε πριν δυο εβδομάδες;

 

– Με φώναξε στο σπίτι της. Ήθελε παρέα. Πήγα για λίγο. Για δέκα λεπτά. Ήταν άρρωστη.

 

– Και μετά εσύ;

 

– Τίποτα… Α! Γι’ αυτό σήμερα που της είπα καλημέρα ήταν ξινή;

 

– Με δουλεύεις;

 

– Μα δεν της υποσχέθηκα τίποτα. Δεν της έταξα τίποτα. Και αλήθεια, δεν είχα χρόνο.

 

– Μπορεί τυπικά να μην παραβίασες κάποιον κανόνα. Αλλά, ανθρώπινα;;;;

 

Έτσι που λες έχουν τα πράγματα με το πνεύμα. Αν σ’ επισκεφτεί, δεν τα παρατάει με τίποτα. Δεν το νοιάζει αν έκαναν κι οι άλλοι λάθη. Τα δικά σου, σου τα κοπανάει στο κεφάλι. Μέχρι που λες “ήμαρτον! θα είμαι καλός”!

Όμως, το πνεύμα δεν είναι κακό. Ούτε εκδικητικό. Δεν είναι τιμωρός. Έρχεται από μέσα σου, όταν μείνεις μόνος… έρχεται στην πραγματικότητα όταν το καλέσεις.

Μετά δεν νιώθεις μόνος. Ακόμα κι αν είσαι μόνος, δεν νιώθεις μόνος. Δηλαδή, δεν νιώθεις μοναξιά! Φροντίζει το πνεύμα κατά κάποιο τρόπο για εκείνη τη στιγμή που θα πεθάνεις. Φροντίζει τη στιγμή που θα δεις τη ζωή σου να περνάει εμπρός από τα μάτια σου, σαν ταινία, εσύ να μην κλαις, αλλά να ζητήσεις ποπ κορν και να κάτσεις αναπαυτικά να τη δεις…

 

Όταν το πνεύμα τελειώσει μαζί σου, δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος.