Αραδιάζεις πεντέξι γραμμές

σε κόλλα λευκή.

Και θαρρείς πως όλο το βάρος του κόσμου

κάνει φτερά.

Και είναι οι σκέψεις μαύρες σα μελάνι,

μα παίρνουν  μορφή χρωματιστή

σα γίνουν σχέδια στο χαρτί.

Αφηρημένη ζωγραφίζω δίπλα σε λόγια.

Σαν να πασχίζω τις λέξεις μου πράξη να κάνω, μαγικά.

Ανοίγει ένα παράθυρο το μυαλό,

αεράκι μπαίνει μέσα, φρέσκο, τρυφερό.

Μυρίζει νυχτολούλουδο ο αέρας

κι εσύ, ταξίδι ξεκινάς του νου,

αφήνοντας πίσω το φως της μέρας.

Κι όπως μια θέα μαγική πνίγει τη θλίψη,

γίνεται ο κόσμος μοναχά μία σταλιά

κι όλα τα άσχημα σου μοιάζουνε μικρά.

Θυμάσαι εκείνη τη βραδιά ;

Μα πως να τη ξεχάσεις..

Που ο ουρανός λαμπύριζε στα μάτια..

και ψιθυρίζαμε ευχές χαζεύοντας τα άστρα,

κάθε ένα έπεφτε γοργά

σα να ‘θελε να κλέψει λιγάκι

από ‘κείνη την αγκαλιά.

Όνειρο νύχτας μαγικής,

εκείνες οι στιγμές,

οι δυνατές, που ζεις..