Ο καπνός κατέβαινε αργά και βασανιστικά χορεύοντας εκείνο το γνωστό ταγκό με το αποτέλεσμα της αλχημείας του τύπου πίσω από το μπαρ –

Πλατεία Ειρήνης, 1/10/2013

Τραβούσα φωτογραφίες ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, αμέσως μετά έσερνα ένα φανταστικό ρυθμιστή φωτεινότητας και σκοτείνιαζα τα πάντα, να χαθούν οι λεπτομέρειες, αλήθεια, τι σημασία έχουν και αυτές, να μείνει μόνο το φως: Εκπληκτικό, πάω ένα βήμα παραπέρα, ας τις θολώσω, να χαθούν και τα περιγράμματα, να απομείνει ένα μείγμα από ακαθόριστα σχήματα, κηλίδες, νεκρά χρώματα, σκιές. Μα κάτι λείπει όμως. Ναι, οι ψίθυροι, η μουσική, η χαλαρή κίνηση των σωμάτων, το χέρι που φέρνει το ποτήρι στο στόμα, το τασάκι που γεμίζει.

Συζήτηση για τα πάντα, όχι, δεν ήταν συζήτηση. Καλύτερα: Ας απλώσουμε τις φωτογραφίες μας, από τις πιο παλιές μέχρι τις πιο πρόσφατες και ας μιλήσουμε για αυτές. Ας ανοίξουμε δειλά τις βαλίτσες, να δούμε τι θα βγει, μα αυτή η βαλίτσα είναι τόσο βαριά, πόσες στιγμές άραγε να στριμώχτηκαν μέσα, σχεδόν ξεχειλίζουν, γελάμε.

Κάντο όπως ο Καζαντζάκης.

Να γελάμε με το χάρο, να του σηκώνουμε το μεσαίο το δάκτυλο και να του λέμε έλα, δεν έμεινε τίποτα να πάρεις, μόνο το κουφάρι μας, όλα τα άλλα τα δώσαμε, τα γράψαμε, τα φωτογραφίσαμε, τα τραγουδήσαμε. Έλα, πάρε το σώμα, τα υπόλοιπα είναι μια γραμμή κείμενο σε μια πειραγμένη στο photoshop, στιγμή.

Και στο κέντρο όλων, μια φωτογραφία σαν εκείνες τις αστείες του στρατού, μόνο λίγο αλλιώς, λίγο αλλού, κοιτάζεις την ταμπέλα από πάνω, εσύ, εκείνη. Εσύ, εκείνος, χαμογελάτε, μάλλον διακοπές, μάλλον αγαπάς, μάλλον σου λείπει, μάλλον ξεχνάς, μάλλον δεν τα καταφέρνεις να ξεγελάς τη μέρα κάθε φορά.

Α ναι, δε σου είπα για την ταμπέλα: ένα παλιό βιβλίο του Μπρυκνέρ, το Μέγαρο των Χαστουκιών. Το χεις όλο: Εσύ, εκείνη, τα χαστούκια. Το πάτωμα, η σκόνη από τα χαλάσματα καθώς απομακρύνεσαι.

Κοιταζόμαστε, κουνάμε τα σαγόνια μας, να επανέλθουν στη θέση τους. Γελάμε, το χέρι κινείται αργά, πολύ αργά, σκάει πάνω στο πρόσωπο και καθώς απομακρύνεται, κείμενα κι άλλα κείμενα, κείμενα σε φωτογραφίες, φωτογραφίες ασπρόμαυρες, η πόλη, ο ουρανός, τα φαντάσματα, οι νότες, τα βογγητά, τα φιλιά.

Και εκεί ξέρεις, ξεκινούν όλα, πιάνεις το μολύβι, ξεκινάς δειλά μια γραμμή, πρώτος κτύπος, σαν καρδιογράφημα, λίγο αργότερα δεύτερη γραμμή, δεύτερος κτύπος, στον τρίτο, τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα, μορφή, ένα πρόσωπο, μια μορφή, χαμόγελο, η καρδιά χτυπάει πιο δυνατά, κάθε κτύπος και δημιουργία, εικόνα, νότα, ιστορία –

Ξέρεις, από εκείνες που ξεκίνησαν να ταξιδέψουν στον ιστό, που αγαπήθηκαν, που μοιράστηκαν, που δημιούργησαν χαμόγελα μπροστά στα monitors, έστω και πικρά –

Τώρα ξέρεις –

Ε, Νικ ;

 

Spy Tro on Facebook