Στην Ελλάδα – τη χώρα της σοφιστικέ χωριάτικης σαλάτας και του καλά κρυμμένου επαναστατικού πνεύματος τύπου “βρίζω την κυβέρνηση στα σόσιαλ μίντια και στον ελεύθερο μου χρόνο ξαπλώνω και στον καναπέ άμα λάχει” – τα όνειρα είναι υπερεκτιμημένα. Θα φταίει μάλλον ο έξτρα ΦΠΑ που τσιμπάει όπως και να ‘χει τις αξίες. Βλέπεις, γιατρέ μου, στη χώρα αυτή είναι κομματάκι δύσκολο να αντεπεξέλθουμε οικονομικώς στα όνειρα. Είναι και αυτά, σαν τα λουκάνικα εμπλουτισμένα με DNA αλόγου για παράδειγμα, πολύ ακριβά. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να μοιραζόμαστε όλοι οι Έλληνες το ίδιο όνειρο. Όπως κάνουμε με τα ταξί.

 

Ποιο όνειρο ρωτάς; Να φύγουμε από εδώ. Όπου μας βγάλει. Μακριά να ‘ναι κι όπου να ‘ναι. Κι ας γίνουμε και κηπουροί σε Φραντσέζικη έπαυλη με δύο διδακτορικά και πέντε ξένες γλώσσες. Γιατί εκεί στα ξένα, γιατρέ μου, έχει άλλο αέρα. Περνάς μπροστά από κρεπερί στο Παρίσι και σου μυρίζει Chanel No5. Κάπως έτσι.

 

Είναι στιγμές όμως (σαν κι αυτή που έζησα μόλις τώρα διαβάζοντας μια ιστορία σε Αμερικάνικο διαδικτυακό περιοδικό) που ανατριχιάζεις και συγκινείσαι συνάμα, που πλημμυρίζει το μέσα σου με μια ξεκάρφωτη υποψία αισιοδοξίας, που, δειλά δειλά, αρχίζεις και πάλι να ελπίζεις… Σε κλάσματα δευτερολέπτου τα όνειρα πολλαπλασιάζονται και μπλοκάρουν κάθε διέξοδο στο μπερδεμένο από τις έγνοιες μυαλό σου. Ανήμπορος να σκεφτείς τίποτα άλλο, ονειρεύεσαι. Τουλάχιστον για όσο κρατάει η ανάγνωση. Έστω και γι’ αυτά τα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού λεπτά, γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Άνθρωπος χαμογελαστός.

 

Τι λέει η ιστορία ρωτάς;

Φαντάσου το σκηνικό: Αμερική, Βοστόνη, έτος 2013.

Ένας δημοσιογράφος τριγυρνάει τις απομακρυσμένες και κακόφημες συνοικίες της πόλης ψαρεύοντας ακατάπαυστα για το επόμενο θέμα του. Τι έχει στο μυαλό του; Να γράψει για κάτι καλό τη στιγμή που σπαταλάμε τόσο χρόνο να μιλάμε για άσχημα πράγματα.

Βρίσκει το τέλειο θέμα στο λεωφορείο με το νούμερο 19 – το λεωφορείο που διασχίζει το καθημερινό δρομολόγιο “κακόφημη επικίνδυνη γειτονιά – φημισμένο σχολείο που ανοίγει μεγάλες πόρτες”.

Μέσα στο λεωφορείο συναντά δύο αδέρφια, μαθητές του φημισμένου σχολείου, με κάθε λογής προβλήματα (καθημερινά, οικογενειακά, οικονομικά …πάρε χαρτί και κράτα σημειώσεις μη σου ξεφύγει κανένα), αλλά στο μάτι μια πρωτοφανής αποφασιστικότητα να αποδράσουν από το καταδικαστικό παρόν τους. Το τέλειο θέμα.

 

Τα πλησιάζει και τους ζητά να μοιραστούν την ιστορία τους. Δέχονται.

 

Ήρθαν από το Βιετνάμ το 1992. Μετά από λίγο οι γονείς τους χωρίζουν. Τραπεζικοί λογαριασμοί άδειοι όπως ακριβώς και το στομάχι τους. Ο μπαμπάς δεν άντεξε. Δίνει τέλος στο μαρτύριο του το 2008. Η μαμά, απλά δεν μπορεί. Δεν μιλά τη γλώσσα, δεν στεριώνει δουλειά, είναι άτομο με ψυχικές διαταραχές. Τα αδέρφια, ενήλικες από γεννησιμιού τους, υπεύθυνοι για την ανατροφή τους ο ένας για τον άλλον. Και πεισμώνουν. Δεν θυμώνουν. Και σκύβουν το κεφάλι. Διαβάζουν. Για τα αδέρφια, ο δρόμος για τα αστέρια περνά απ’ τη μεριά του πανεπιστημίου. Τα καταφέρνουν.

 

Το συγκινητικό στην ιστορία, δεν είναι τα αδέρφια τόσο, όσο ο ίδιος ο δημοσιογράφος. Τα τελευταία δύο χρόνια, έγινε ο μέντορaςτους γεμίζοντας τη κενή καρέκλα του πατέρα στο τραπέζι. Έγραψε και δημοσίευσε το άρθρο του εδώ και δύο χρόνια. Δεν εγκατέλειψε όμως τα παιδιά ούτε λεπτό. Και σήμερα, την ημέρα που το ένα απ’ τα δύο αδέρφια πληροφορήθηκε πως έγινε δεκτός στο Γέιλ, πόσταρε την είδηση στο τουίτερ σαν αμετανόητος χαζομπαμπάς. Δυο χρόνια πριν δεν ήταν παρά ένας ξένος που γύρευε να κάνει τη δουλειά του.

 

Μπορείτε να φανταστείτε τον Πρετεντέρη ας πούμε να κάνει κάτι τέτοιο; Γελάς γιατρέ μου;

 

Στην Ελλάδα Γείλδενέχουμε. Καθηγητές αξιόλογους έχουμε όμως. Και κακόφημες γειτονιές με εφήβους που σκίζονται να τα καταφέρουν έχουμε. Και δημοσιογράφους με μπέσα έχουμε. Και εφοριακούς που κάνουν τη δουλειά τους σωστά έχουμε. Και ταξιτζήδες που δεν χρεώνουν κρυφές ταρίφες και σε πάνε και στην πόρτα σου έχουμε. Και δικηγόρους ειλικρινείς έχουμε. Και ανθρώπους που νοιάζονται έχουμε. Και όνειρα έχουμε.

 

Γελάς ακόμα γιατρέ μου;

 

Όταν σταματήσεις να σνομπάρεις τη χώρα σου, όταν αρχίσεις να απαριθμείς τα καλά και όχι τ’ άσχημα αυτής της κουρασμένης πολιτείας, όταν σκύβεις το κεφάλι μόνο για να δουλεύεις όχι να υποκύπτεις, όταν θυμηθείς ποιος πραγματικά είσαι, τότε θα δώσεις νέο νόημα στο όνειρο. Θα το κάνεις να ‘ναι Ελληνικό και όχι πια Αμερικάνικο. Γιατί ποτέ δεν υπήρξε κάτι ποιο ζεστό και γλυκό από το σπίτι σου, το σπιτάκι σου.

 

 

Αυτή τη περίοδο, η Φανή κάνει το διδακτορικό της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάζεται ως αρθρογράφος επί οικονομικών θεμάτων. Σε όσους την γνωρίζουν δίνει την εντύπωση πως είναι σοβαρή και συγκρατημένη. Στα κρυφά, της αρέσει να κάνει υποθετικές συζητήσεις με τον φανταστικό ψυχολόγο της και πού και πού δεν ντρέπεται να τις μοιράζεται. Τουλάχιστον δεν φοβάται να παραδεχτεί πως σε αυτό τον τρελό κόσμο που ζούμε, κουβαλάει και αυτή μια δόση τρέλας.