Κάθισα σ΄ένα γραφικό-σα γνώριμο να μου φάνηκε-καφενείο.

Διάλεξα τραπέζι και έσυρα την καρέκλα για να καθίσω,

δηλώνοντας έτσι την κούραση και την παρουσία μου.

Ζεστό το κάθισμα.

Λερωμένο το τραπεζομάντηλο από πριν-μυρίζει ο καφές που χύθηκε.

Διακρίνεις στη μυρωδιά του τη μοναξιά του προηγούμενου.

-Μάλλον ερωτευμένος θα ΄ναι.-

 

Δαγκωμένες γόπες στο τασάκι

είτε από ανάμνηση,

είτε από κατάλυση φιλοδοξιών,

είτε από το πέρασμα κάποιας υποψήφιας ιμερτής.

-Μάλλον νικημένος θα ΄ναι.-

 

Παρατηρώ τους περαστικούς.

Μετά από μια ζωή,κατάλαβα ότι πρόκειται για μια ψευδαίσθηση:

-Νομίζουμε πως αυτοί που απομακρύνονται: πάνε

κι αυτοί που πλησιάζουν: έρχονται.

-Τι λάθη που κάνουμε υπό την επήρεια της σιγουριάς μας.-

Αμέσως μετά θυμήθηκα ανθρώπους δικούς και ξένους

και επιβεβαίωσα πως πρόκειται για ψευδαίσθηση.

Αμέσως μετά θυμήθηκα τον εαυτό μου

και επιβεβαίωσα τη ζεστασιά της καρέκλας,

το λερωμένο τραπεζομάντηλο από τον χυμένο καφέ,

το γνώριμο καφενείο,τα χαρακτηριστικά της μυρωδιάς του καφέ.

-Το δάγκωμα στις γόπες το ξέχασα.-

 

Προσπάθησα να μετρήσω τις φορές που άνηκα στους ‘πάνε’

και τις φορές που άνηκα στους ‘έρχονται’.

Καμία ισορροπία-νίκη συντριπτική.

-Η τάση μου προς τους ‘έρχονται’ ήταν ξεκάθαρη.-

 

Α,ένα τραπέζι στο βάθος του καφενείου.

Κάθεται ένας γεράκος-γνώριμος κι αυτός.

Σαν από συνήθεια κοίταξα κάτω απ΄το τραπέζι μου.

Βρήκα μια απόδειξη που κόπηκε πριν από μία ώρα και πέντε λεπτά.

“Πληρώθηκε ένας καφές.”

Αυτή ήταν η μόνη πληροφορία.

-Ότι χύθηκε δεν αναφερόταν πουθενά.-

 

Εν τέλει στους ‘πάνε’ κατάλαβα πως ανήκω.

Παρασύρθηκα από το πέρα-δώθε και προσπάθησα να γίνω μέρος του.

Κατάλαβα πως χάθηκα προσπαθώντας,όταν πλέον δεν άντεξα.

-Κανονικά η προσπάθεια,δεν έχει παρεπόμενο ‘δεν αντέχω’,

αλλά εξαναγκασμό ‘ακόμα λίγο’.-

Αυτό κράτησε μία ώρα και πέντε λεπτά.

Σίγουρα γνώριμο το καφενειό.