Δεν ξέρω αν γύρισες να με κοιτάξεις καθώς έφευγες..

Δεν ξόδεψα ούτε ένα λεπτό να σε παρατηρώ που φεύγεις…

Μόλις μου γύρισες την πλάτη έφυγα…

Και δεν είναι ότι δεν ήθελα να περιμένω μια σου τελευταία ματιά, ούτε ήθελα να σκοτώσω την τελευταία μου ελπίδα…

Τα βράδια από εκείνη την ημέρα έχουν μια θλίψη, περπατάω κάθε μέρα τις περισσότερες μέρες σε σημεία που περπατούσαμε μαζί και αντικρίζω συνέχεια ανθρώπους κουρασμένους από την μιζέρια τους να μουτζουρώνουν καμβάδες με το υπαρξιακό τους άγχος…

Βλέπω ανθρώπους να υποτάσσονται μέρα με την μέρα όλο και πιο πολύ, όλο και πιο πιστά στο τίποτα…

Τα βράδια μου μουτζουρώνω καμβάδες με χρώματα, με χρώματά που δεν μου έδωσαν οι μέρες μου… θυμάσαι (;) όπως και τότε που ζωγράφιζα με χρώματα, με τα χρώματα που έβαζες στην κάθε μου μέρα…

 

Και…

 

Παίρνω το ρίσκο ξαπλωμένος στον καναπέ πριν κοιμηθώ σε φέρνω στο μυαλό μου και η δική μου θλίψη με κυριεύει τραβάω την κουβέρτα κλείνω τα μάτια σε κοιτάω και αποκοιμάμαι…

 

Αλλά εσύ έφυγες και δε μπορείς να ρισκάρεις γιατί έκανες το μυαλό σου τετράγωνο στις λογικές της επιβίωσης και του μέλλοντος, στις λογικές του κόσμου.
Και πρέπει να έρθει η βροχή για να καταλάβεις πως όλη σου η πορεία στρέφεται γύρω απ’το μηδέν που είχες για εκκίνηση… 

 

Και εγώ έφυγα γιατί πάντα θα θέλω να με βρίσκεις κοιτώντας μπροστά σου…

 

Το γιώτα (|)

 

Το γιώτα βρίσκει το σπίτι του στο Μηχανάκι μας και έρχεται με τα Love Letters του να μας θυμίσει ότι υπάρχουμε, ζούμε, πονάμε… και συνεχίζουμε.