Ήθελα πάντα να είμαι η δυνατή. Πάντα προσπαθούσα να κρατηθώ στα πόδια μου και ταυτόχρονα να κρατάω και τους υπόλοιπους στα δικά τους. Ή ακόμη και να τους κουβαλάω στις πλάτες μου.
Παρά το βάρος πολλών, δεν έπεσα στιγμή. Στιγμή δεν τα παράτησα, παρόλο που οι συνθήκες μου φώναζαν να το κάνω!
Μπορεί κάποιες φορές να σκόνταφτα λίγο, ίσως και να γέμιζα μελανιές και αίματα, αλλά στεκόμουν όρθια ακόμη και με τέτοια χάλια. Ακόμη και με τον πόνο των τραυμάτων μέσα μου και έξω μου, χαμογελούσα και έτρεχα όσο μπορούσα για οποιονδήποτε.

Ποτέ όμως δεν κατάλαβα ένα πράγμα: Μερικές φορές πέφτοντας, τους έριχνα κι αυτούς. Εκεί που νόμιζα πως τους έδινα τα πάντα μου και τους κρατούσα στα πόδια τους, τους λέρωνα με τα αίματά μου. Άθελά μου και μη, τους πλήγωνα με κάθε τρόπο.
Αυτό το βάρος ήταν μεγαλύτερο από όσα είχα στις πλάτες μου. Το να γνωρίζω πως μερικοί περπατούν σε ένα σχοινί και προσπαθούν να μη χάσουν την ισορροπία τους με σκότωνε. Με σκότωνε, γιατί εγώ είχα αναλάβει να κρατώ το σχοινί. Και επειδή απλά έχασα τη δική μου δύναμη και ισορροπία, τράβηξα και το δικό τους. Έτρεξα να τους σώσω, αλλά για μερικούς ήταν αργά. Είχαν σπάσει και έφυγαν μακριά μου. Μετανιώνω. Κάθε πρωί, κάθε βράδυ, κάθε στιγμή που ισορροπώ με δυσκολία στα δικά μου σχοινιά…

Πρέπει πλέον όμως να κοιτάξω τη δική μου εσωτερική δύναμη. Τη δική μου ισορροπία. Δεν μπορώ να μείνω ανισόρροπη για πολύ ακόμα. Δε το αντέχω και ούτε κι αυτό κάνει καλό στους γύρω μου.
Πλησιάζει η μέρα που θα κοιταχτώ ξανά στον καθρέφτη μου και θα νιώσω «εγώ». Θα χαμογελάσω, ΑΛΗΘΙΝΑ, και θα φύγω τρέχοντας με όλο το πάθος μου για ζωή, να βρω ξανά όσους στήριζα και με στήριζαν ταυτόχρονα. Τότε δε θα χωράει καμία αντίρρηση για το ποια είμαι. Πάντα ήξερα ποια ήμουν, απλά κάποιες καταστάσεις δε με άφηναν να με κοιτάξω στα μάτια.
Τώρα το κάνω, με κοιτάζω. Με κοιτάζω και βλέπω όσα θέλω, όσα νιώθω και όσα είμαι διατεθειμένη να κάνω.
Όλα θέμα ισορροπίας είναι ρε.