Τελευταία φορά σε θυμάμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι να μου λες πως η ζωή είναι ωραία. Πως η ζωή είναι μια ρόδα και γυρίζει. Σήμερα είμαστε από πάνω έλεγες. Τους κάνουμε ό, τι θέλουμε όλους αυτούς τους κουφιοκεφαλάκηδες που ξεγλιστρούν σαν τις σαύρες από τα κακά μαντάτα και τα φορτώνουν πάνω μας σα να είμαστε εμείς οι φταίχτες. Είμαστε νέοι και η ζωή μας ανήκει. Ήταν τότε που ακόμη έκανες όνειρα. Σου είχε κολλήσει μια τρελή ιδέα στο μυαλό θυμάμαι. Ήσουν σίγουρη πως θα κατάφερνες το ακατόρθωτο. Δουλειά μαζί με διασκέδαση. Σου έλεγα πως τα μυαλά σου έχουν πάρει αέρα. Δεν πτοήθηκες.

 « Άσε τα να αεριστούν και αυτά», μου έλεγες. «Τόσα χρόνια στην κλεισούρα, βρώμισαν!» Φόρεσες στις ιδέες σου ένα λουλουδάτο φόρεμα και τις έβγαλες σεργιάνι. Στον πρώτο τοίχο που συνάντησες, δεν κώλωσες. Τα εμπόδια είναι για να ξεπερνιούνται άλλωστε. Σε κορόιδευα τότε θυμάμαι. Σε προειδοποιούσα πως θα φας τα μούτρα σου. Εσύ αρνιόσουν να ακολουθήσεις το παράδειγμά μου. Το δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά δεν ήταν για σένα. Επέμενα. Μήνας μπει, μήνας βγει, εγώ είχα ένα μεροκάματο. Τα κουτσοβόλευα. Νοίκιαζα ένα σπιτάκι, πλήρωνα λογαριασμούς και μου περίσσευε να σε πάω και κανένα σινεμαδάκι ή σε κανένα ταβερνάκι με φίλους να ξεσκάσεις. Θα μπορούσα να είμαι και ευτυχισμένος. Όμως εσύ εκεί, απτόητη. « Στη γενιά μας δε χωρούν συμβιβασμοί», έλεγες. « Υπάρχουν ολόκληρες γενιές συμβιβασμένων πίσω μας. Εμείς πρέπει να πάρουμε φόρα και να κάνουμε το βήμα στο γκρεμό με θάρρος».  Ώρες ολόκληρες καθόμουν και σε άκουγα να μιλάς για το μεγάλο σου όνειρο. Δε σε πίστευα, μα επέμενες.  Τα έβαζες μαζί μου, με απειλούσες πως αν γινόμουν όλα αυτά που κατηγορούσαμε, θα έφευγες. Έκανα πως νευρίαζα, μα την ώρα που σου γύρναγα την πλάτη και έκλεινα την πόρτα πίσω μου , έσκαγα ένα χαμόγελο. Μου άρεσε αυτή η αποφασιστικότητα που είχες, ακόμη και αν δε με έπειθες τότε. Ήσουν η δύναμη μου για τα δικά μου αδιέξοδα. Ήσουν το δικό μου συγχωροχάρτι.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που σε είδα να κλαις. Ένα μικρό εύθραυστο πλασματάκι ήσουν, κουρνιασμένο σε μία γωνίτσα. Ήρθα να σε παρηγορήσω, να σου πω πως δεν πειράζει, πως δυστυχώς, όταν τα όνειρα κοντράρονται με την αλήθεια, η πραγματικότητα βγαίνει πάντα νικητής. . Αλίμονο! Πόσα διαφορετικά συναισθήματα μπορούν να εκφραστούν σε ένα πρόσωπο; Έκπληξη, οργή, απογοήτευση; Όλα μαζί τα είδα στο πρόσωπο σου τότε. Δεν ξέρω με τι νευρίαζε περισσότερο, που πίστευες πως δεν  τα κατάφερες ή επειδή ένιωθα πως δεν σε στήριξα όταν προσπάθησες;

Ήταν λίγο πριν από τότε θυμάμαι, που είχες αρχίσει να δείχνεις τις αμφιβολίες σου. Δεν τις πρόσεχα τότε. Σε είχα για χαρούμενη. Πάντα ήσουν χαρούμενη άλλωστε. Σε σημείο που με έκανες να νιώθω λίγος μπροστά σου. Μίζερος! Εσύ, χωρίς δουλειά, χωρίς χρήματα και με ένα βλέμμα ευτυχίας. Ίσως και αυτές να ήταν και οι μόνες στιγμές που σε ζήλευα. «Έλα μωρέ», μου έλεγες. «Από πότε το να είσαι άνεργος είναι προτέρημα;» και με κορόιδευες γελώντας σα μικρό παιδί.  Αυτό το παιδί ζήλευα τότε.  Αυτό που εγώ δε θα κατάφερνα να γίνω ποτέ. «Πάρε», μου έλεγες και άπλωνες τα χέρια σου δήθεν πως βγάζεις το χαμόγελο σου και μου το έδινες. «Στο χαρίζω! Σου αξίζει! Κράτα το για τις δύσκολες ώρες».

Τότε ήταν  που άρχισαν οι αμφιβολίες σα ζιζάνια να ρυπαίνουν την ψυχούλα σου. Τώρα που τα θυμάμαι πάλι, ίσως τα χαμόγελα σου να είχαν γίνει λίγο πιο αραιά. Ίσως και όχι. Δεν ξέρω, για μένα ήταν ακόμη αρκετά. Δεν παρατήρησα την αλλαγή που σου συνέβαινε. Ήμουν τόσο κοντά σου και πάλι δεν κατάλαβα τίποτα. Έπαιρνα δύναμη από σένα τότε και αφού είχες τόσο κουράγιο, που άντεχε και τους δυο μας, πίστευα πως ήσουν μια χαρά.

Σιγά σιγά , άρχισα και πάλι να ξεθάβω τα σκουριασμένα μου όνειρα μέσα από τα βάθη της ντουλάπας.  Άρχισα να κάνω οικονομίες, να κάνω σχέδια, να ανοίξω το δικό μου γραφείο. Θυμάμαι τη χαρά σου όταν το έμαθες. Άνοιξες το πορτοφόλι σου και έβγαλες ένα 20ευρω (από αυτά που ήξερα πως θα σου λείψουν) και απαίτησες να γίνεις ο πρώτος μου πελάτης. Ξέρω ,είπες, είναι πολύ λίγα, αλλά είναι μια αρχή. Απαίτησες να μη φύγω αν δεν το πάρω.  Το κράτησα και το κρατάω σα θησαυρό από τότε, θέλω κάποια στιγμή να στο επιστρέψω. Να σε βοηθήσω να θυμηθείς.

Πλέον έχω το δικό μου γραφείο. Κάνω μια δουλειά που μου αρέσει. Έχω μάθει πια πως η ζωή μας, είναι στιγμές και ζω για αυτές. Όλα αυτά τα χρωστάω σε σένα. Δεν ήσουν ο πρώτος μου πελάτης, ήσουν η αιτία να γίνω αυτό που έγινα. Ήσουν ο άνθρωπος που μου έμαθε ξανά να ονειρεύομαι. Σήμερα είμαι ελεύθερος, γιατί εσύ μου έμαθες τότε τι πάει να πει ελευθερία. Όταν πήγα να πέσω, το δικό σου χέρι ήταν που με κράτησε.Και το χαμόγελο που βλέπεις δεν είναι δικό μου. Δικό σου είναι. Εσύ μου το χάρισες. Ούτε αυτό το θυμάσαι;

Έχει περάσει καιρός από τότε! Αλήθεια, το ξέρω πως άλλαξες, δε χρειάζεται να επιμένεις. Το βλέπω. Σε βλέπω πως καμπουριάζεις και ξέρω πως δε φταιν τα χρόνια . Το σώμα σου πήρε το σχήμα της καρέκλας που καθόσουν μήνες τώρα στέλνοντας βιογραφικά. Όμως  είσαι τόσο νέα ακόμη! 

Ξυπνάω κάποιες νύχτες και βλέπω πως λείπεις. Σε βρίσκω στον καναπέ κουλουριασμένη. Μου χαμογελάς, μα τα μάτια σου είναι κόκκινα. Ξέρω πως έκλαιγες, μα μου το κρύβεις. «Μη φοβάσαι», μου λες, «Δεν είναι τίποτα. Απλά ένας εφιάλτης». Όμως εγώ φοβάμαι καρδούλα μου. Φοβάμαι για όλα αυτά που σου στέρησαν. Φοβάμαι για όλα αυτά που πάλεψες και χάθηκαν. Φοβάμαι πως σε εκμεταλλεύτηκα. Σε ξεζούμισα. Πήρα το χαμόγελο σου και το έκανα δικό μου και τώρα δε σου έμεινε τίποτα. Πίστεψες στην καλοσύνη του κόσμου, στη δικαιοσύνη, στην ανιδιοτέλεια. Θύμησες σε όλους εμάς γύρω σου, ιδέες και ιδανικά που είχαμε από καιρό ξεχάσει. Για καθετί στραβό, εσύ ήσουν το αποκούμπι μας. Πότε δε σκεφτήκαμε πως η ψυχούλα σου που μας χώραγε όλους μέσα, μπορεί να γίνει χίλια  κομμάτια. Ακόμη και σήμερα, τα λιγοστά σου χαμόγελα, δεν τα κρατάς για σένα. Σε όλους εμάς τα δίνεις που σου γυρίσαμε την πλάτη.

Έτρεχες στους δρόμους, στις πορείες, στις συνελεύσεις.« Θα τους ρίξουμε», φώναζες. «Μη σταματάτε μέχρι τη νίκη».

Κατέβηκα χθες στο συλλαλητήριο. Ήξερα πως δε θα σε βρω εκεί, όμως τα μάτια μου πεισμωμένα σε αναζητούσαν παντού. Έχεις πάψει εδώ και καιρό να έρχεσαι μαζί μας. Δεν μπορώ άλλα χημικά, μου λες. Δεν έχει νόημα πια. Ξοφλήσαμε.

Όχι καρδούλα μου. Δεν ξοφλήσαμε! Είμαστε εδώ και θα κερδίσουμε. Απλά στη μάχη που δίνουμε υπήρξαν θύματα. Όλοι εσείς που τόσο καιρό μας τα λέγατε, σας θυσιάσαμε. Πήραμε το θάρρος σας, το κουράγιο σας, το χαμόγελο σας, τα χώσαμε σε ένα ωραίο μπουκαλάκι και τα κάναμε άρωμα να παφουμαριζόμαστε όταν το έχουμε ανάγκη. Σε σας δεν έμεινε τίποτα. Μοιράσατε τα πάντα σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως ξέρεις κάτι; Τελικά τα καταφέρατε. Είμαστε πολλοί πλέον. Και αυτή η νίκη είναι δική σας… Όλα αυτά που τόσο καιρό μου μάθαινες, τα βλέπω σήμερα να συμβαίνουν. Θα ήθελα να ήσουν δίπλα μου τώρα. Κοντά μου. Αλλά τι λέω; Εδώ είσαι. Στέκεσαι πλάι μου. Στην αποφασιστικότητα των ματιών όλων αυτών των ανθρώπων γύρω μου. Αυτή τη μάχη θα την κερδίσουμε!

 Σου χρωστάω ένα χαμόγελο. Ήρθε η ώρα να στο επιστρέψω.

 

Tης Κωνσταντίνας Τσαμπουράκη- Κραουνάκη