Φύτρωσαν οι αμυγδαλιές!

Κι όπως η μαύρη ομίχλη σκέπαζε το γκρίζο τ’ουρανού,

εγώ έκανα μια προσευχή.

Χαμένη στις παγερές νότες του χειμώνα κάτι γύρευα.

Σε γύρευα.

Κι όλο σε περίμενα χωρίς να σε ξέρω.

Μονάχα η μοίρα σε γνώριζε.

 

Κι έτσι ξαφνικά, άνθισαν τριαντάφυλλα και κρίνα!

Κι ήρθες.

Κι ένα προαίσθημα, κι ένα συναίσθημα.

Ο ουρανός έπαιρνε χρώματα τη μέρα.

Η νύχτα χάριζ’ άστρα,για να φωτίζει το χέρι σου που έπιανε το δικό μου,

τα ταξίδια του μυαλού μας στο χρόνο,

τις φωτογραφίες που έβγαζαν τα μάτια μας κάθε φορά που ανοιγόκλειναν.

-Αυτές μου θυμίζουν ακόμα εκείνα τα άνθη

της μανιχαϊστριας αγάπης μας και την αγνότητα της.-

 

Επιτέλους, στόλισα το βάζο μου με ηλιοτρόπια!

Και την ψυχή μου με το κόσμημά σου.

Ποτέ μου δεν φοβήθηκα την ατένιση του ήλιου,

ούτε τις επιπτώσεις της φλόγας του.

Γι’ αυτό σε θωρούσα που και που στα μάτια,

κι ας έλιωνα.Κι ας έλιωσα.

Μα ήταν όλα ένας ιβίσκος.

Σε μια μέρα άνθισε.

Σε μια νύχτα μαράθηκε.

 

Δακρύζουν οι ουρανοί…

Ξεγυμνώνοντα τα δέντρα…

Ένας δυνατός αγέρας νιώθω να σκορπά την ψυχή μου.

Ο σπαραγμός μου απ’ το θρόισμα των φύλλων

τσούζει τα κύτταρά μου,

σφαγιάζει τα κόκαλά μου.

Σε μια στιγμή γέρασα.

Έκλεψες το κόσμημα, μα δεν κατάφερα να βρω κανένα τόσο ταιριαστό.

Κι η γραία η ξεμωραμένη διάβαζε το παραμύθι μας,

στις τέσσερις εποχές ατέρμονων πια φθινοπώρων!

“Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται”

Έτσι έλεγε το παραμύθι.

Όχι εγώ.

Το παραμύθι.

Γι’ αυτό δεν ξαναγύρισα.

Μα χρόνια αμέτρητα τώρα αναρωτιέμαι…εσύ γιατί ακόμα να φανείς.