-Αρπαξαμε το τίποτα τη στιγμή που η ψυχή διψούσε για το ‘όλα’
-Ψιθυρισαμε ενδόμυχα φόβους, όταν μέσα μας ούρλιαζε το κάθε κύτταρο
-Φύγαμε κλείνοντας δειλά τις πόρτες και αφήνοντας πίσω μας ανθρώπους, την ώρα που η ανάγκη για κατάθεση ψυχής μετατράπηκε σε εγωισμό
-Συντηρήσαμε τα κορμιά μας σε κρεβάτια δανεικά, με ανθρώπους μιας χρήσης, για την ηδονή μιας βραδιάς, ενώ η καρδιά ζητούσε το ‘κάθε βραδιά’
Χαρήκαμε με όμορφα ψέματα γιατί φοβόμασταν να ακούσουμε άσχημες αλήθειες
-Ποθήσαμε ηλιοβασιλέματα με αγκαλιές και τρυφερά φιλιά, αλλά σωπάσαμε για να μην μας πουν χαζορομαντικούς κι ονειροπόλους
-Λαχταρήσαμε χάδια μητρικά, μα τέτοιες λαχτάρες θάφτηκαν μέσα βαθιά, καθώς ντραπηκαμε, τάχα γιατί τώρα μεγαλώσαμε πια γι’ αυτά
-Ακουμπήσαμε τα σώματα με βία, ενω θέλαμε να αγγίξουμε απαλά τις ψυχές
-Ζητιανέψαμε λίγα ίσως, όταν η δύναμη του ‘Θέλω’ θα’ταν σωτήρια λύση
-Διασχίσαμε το δρόμο μέχρι την απέναντι γωνιά, ενώ η φαντασία έκανε ταξίδια μακρινά
-Πατούσαμε φρένο σε κάθε νέα πρόκληση, τη στιγμή που το τολμηρό παιδί που κρύβουμε μέσα μας φώναζε ‘γκάζι’
Πληγωθήκαμε. Ματώσαμε. Κλάψαμε.
Ανοίγαμε τις πληγές μας -σαν μια κακιά συνήθεια πια-, δίχως να τις επουλώνουμε.
Ματώναμε και πονούσαμε.
Όχι επειδή παλέψαμε και φάγαμε τα μούτρα μας. Όχι.
Πες το από φόβο. -σίγουρα από φόβο-.
Πες το από δισταγμό. Από απογοήτευση.
Ίσως και δειλία.
Αφεθήκαμε σε τέτοιους πόνους.
Κατανικηθήκαμε από αυτούς.
Από προσωπική επιλογή.
Αποποιηθήκαμε τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Άραγε, ζήσαμε τελικά;