Ψάχνει μέσα σε άσωτες σιωπές τις πιο όμορφες λέξεις

σε χαλασμένες πόρτες υπόγειων μπαρ αγαπημένων

σε έρημες σκάλες που οδηγούν σ’ ακόμη πιο έρημες πλατείες

στο κέντρο της πόλης.

Αναζητά στα (α)διάφορα σκοτάδια, λίγο φως

–από ‘κείνο το φως που προσφέρει ο ήχος μιας ακουστικής κιθάρας

ή μια απρόσμενη αγκαλιά.

Τους λέει πως ταξιδεύει και τη ρωτάνε «που;».

Γελάει. Τι να τους πει;

Πως ταξιδεύει ζώντας κάθε μέρα;

 

(Γελάνε.)