Σε είδα χτες στον ύπνο μου. Ήταν σαν να μη πέρασε ούτε λεπτό. Φορούσες το λευκό σου φόρεμα και τα μεταξένια μαλλιά σου ανέμιζαν. Σου μιλούσα μα εσύ δε με άκουγες. Σου φώναζα, μα εσύ τίποτα. Δε μπορούσα να κουνηθώ. Απλά με κοιτούσες με βλέμμα δίχως συναίσθημα, σα να ήμουν ξένος. Ήθελα τόσο πολύ να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Δε μπορούσα. Κι όταν σε ρώτησα ποτέ θα σε δω ξανά, ξύπνησα χωρίς απάντηση. Η ανάσα μου είχε κοπεί.

 

Τόσο ζωντανό το όνειρο αυτό. Σηκώθηκα γεμάτος απορίες όπως κάθε πρωί. Γιατί να μας χωρίσει η ζωή? Γιατί να μη σε έχω πια? Ξέρεις δε γελάω. Δε περνάω ωραία. Δε ζω. Δεν αντέχω. Από την στιγμή που έφυγα τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Φταίει η πόλη, οι άνθρωποι, η απόσταση, εγώ, εσύ? Δε ξέρω και ούτε με νοιάζει τώρα. Αφού δε μπορώ να σε δω να χαμογελάς, πώς να το κάνω εγώ? Χάνω τον εαυτό μου. Είναι σαν όλα τα καλά συναισθήματα να είναι γραμμένα πάνω στην άμμο και βλέπω τα κύματα να τα σβήνουν αργά και για πάντα. Και ξέρεις τι είναι χειρότερο? Να μη συνεχίσω να ζω έτσι. Μια ζωή χωρίς ταυτότητα. Να χάνομαι σε ανούσιες συνήθειες. Να κονταίνω μέρα με την μέρα το νήμα της ζωής μου. Να γυρνάω στους δρόμους χωρίς σκοπό, απλά να περπατώ και να σκέφτομαι στην προσπάθεια μου να τα βρω με τον εαυτό μου. Δύσκολο ταξίδι η ζωή. Πολλές φουρτούνες και λίγα τα λιμάνια. Πότε θα βρω ξανά μια ηλιόλουστη μέρα στο ταξίδι αυτό είναι άγνωστο. Πολλοί οι κίνδυνοι και παρηγοριά πουθενά. Αν δεν το ζήσεις δε θα με καταλάβεις. Μονό μια πονεμένη καρδιά θα το καταλάβει και θα διαβάζει με μάτια δακρυσμένα . Οι σκέψεις μου χάνονται μία μία. Τόσα πολλά που θέλω να πω μα τόσες λίγες οι σελίδες που γεμίζω