Όλη μου την ζωή θυμάμαι τον αγιάτρευτο έρωτά μου με την μοναξιά. Στον καθρέφτη ικανοποιούσα την ματαιοδοξία μου και ως εκεί…

Δεν έψαχνα ανθρώπους να χαϊδέψουν  ούτε τα αυτιά μου, ούτε την ψυχή μου.

Όταν έκλαιγα, έκλεινα τα μάτια με τις παλάμες μου, προσπαθούσα να παγώσω τον χρόνο, να μην αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει.

Ατελείωτοι διάλογοι με τον εαυτό μου…

Που πας ;

Tι έχεις σκοπό να κάνεις;

Γιατί δεν βγαίνεις από το σπίτι ;

Με ρωτούσα αλλά δεν μου απαντούσα. Δεν με συνέφερε. Χαζή δεν ήμουν. Ηθελημένα είχα σταματήσει την ζωή μου.

Η βόλτα μου όλη λίγα βήματα μέσα σε τρία δωμάτια, μπρος , πίσω, δεξιά, αριστερά και η απόλαυση μου ένα παράθυρο στον δρόμο.

Ηθελημένη αιχμαλωσία.

Μου έδεσα τα μάτια, μου έκλεισα τα αυτιά, λίγο οι αισθήσεις μου ξέφευγαν. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα ένα πετάρισμα αριστερά στο στήθος.  “Σώπα εσύ” της έλεγακαι ξαναγυρνούσε στον λήθαργό της.

Είχα αποβάλει από μέσα μου την αγάπη, ίσως γιατί ποτέ δεν μου την έδωσαν απλόχερα, πάντα έπρεπε να πασχίζω για να πάρω κάτι ψίχουλα που ούτε ως το λαιμό δεν μου έφταναν. Πώς να χορτάσω  έτσι ;  Oρεκτικό ζητούσα ;  Φυσικά μετά το …. ορεκτικό  μου κρατούσαν το καλύτερο επιδόρπιο για το τέλος…

Αστεία πράγματα… και τελικά αναρωτιέστε ακόμα γιατί κοιμάμαι αγκαλιά με την μοναξιά μου;

Με αυτήν τρώμε μαζί στο ίδιο τραπέζι και το κυρίως γεύμα και το επιδόρπιο και μετά δεν λυπόμαστε για τα επιπλέον  “κιλά” που βάρυναν την ψυχή μας.  Την κρατάμε αγνή και ήρεμη, χωρίς λύπη και περιττά…

Αγκαλιάζει η μία την άλλη, κοιτάμε το ίδιο φεγγάρι το βράδυ και όχι ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά και τις νύχτες που κρυώνουμε η μια μπαίνει στο κορμί της άλλης δίχως το φόβο να πληγωθούμε.

Κάθε φορά που έβρεχε άπλωνα το χέρι μου έξω από το παράθυρο και της δρόσιζα το μέτωπο για να νιώθει την αγάπη μου…