Το ρολόι χτυπάει η ώρα δώδεκα..

Σέρνομαι ως το παράθυρο και αγναντεύω,

προσπαθώντας να στρίψω τσιγάρο.

Μόλις το τελειώνω πέφτω στο κρεβάτι και κλείνω τα μάτια.

Ανοίγω τα μάτια και η ώρα πάλι δώδεκα..

Nτύνομαι και βγαίνω για ποτό, για να ξεχαστώ.

Η νύχτα κυλάει αργά,

επώδυνα,

απελπίζομαι..

Ξημερώνει, γυρίζω σπίτι και η ώρα πάλι δώδεκα..

Δεν αντέχω και βάζω τις φωνές

μέρα νύχτα δώδεκα..

Κάθομαι κουλουριασμένη στο κρεβάτι κοιτάζοντας που και που το ρολόι..

Δύο, πέντε, επτά, δέκα, έντεκα και πάλι δώδεκα..

Δεν μπορώ να το σταματήσω, να κάνω τον χρόνο να γυρίσει πίσω ..

Ο ήχος από τους δείκτες του ρολογού με κάνει να αναριγώ

και να αναρωτιέμαι

και να φοβάμαι

και να καπνίζω

και να ελπίζω

και να γουστάρω

και να πίνω..

Πως και που θα είμαι όταν το ρολόι ξανά δείξει δώδεκα..

Ο χρόνος όλο περνά και όλο τρέχει.

Λες και κάποιον κυνηγά λες και κάτι θέλει να προλάβει.

Και εγώ βγάζω μια κραυγή που διαπερνά τους τοίχους και τα τζάμια..

Ξάφνου όλα έχουν παγώσει γύρο μου,

ο ήχος από τους δείκτες δεν αντηχεί πια στο δωμάτιο.

Η τελευταία μου ελπίδα σκέφτομαι…

Κοιτάζω το ρολόι η ώρα πάλι δώδεκα..

Μέσα στα κλάματα και τρέμοντας με το ένα χέρι να κρατάω το τσιγάρο και με το άλλο αγκαλιά το ποτό, αντιλαμβάνομαι ότι και να παγώσει ο χρόνος,

για μένα το ρολόι θα δείχνει πάντα δώδεκα..