Είναι κάτι νωχελικές νύχτες σαν και τούτη που κουβαλούν ατίθασες θύμησες του παρελθόντος. Και απορώ, πόση σαβούρα χωράει τελικά ένα μυαλό και πόσο εύκολα απομακρύνει τα όμορφα από τη μνήμη. Καταραμένες σκέψεις γιατί να μην υπάρχει ένα stop να το πατήσω να ηρεμήσει λίγο ο νους μoυ; Τρέχετε, τρέχετε… Θαρρείς και σας κυνηγάνε. Θαρρείς και κάποιος νοιάζεται. ΚΑΝΕΙΣ δε νοιάζεται. Παιχνίδια του μυαλού με κανόνες που άλλοι επινόησαν κι εγώ σαν τον μαλάκα παίζω και ξαναπαίζω μα ούτε μια νίκη δεν έχω πάρει.

 

Πόσο τυχεροί όσοι έχουν μνήμη χρυσόψαρου. Πάντα τους ζήλευα γιατί δεν είχαν αναμνήσεις, μονάχα στιγμές. Γεννιούνται, τρώνε, πίνουν, χέζουν, ερωτεύονται, πηδιούνται, πεθαίνουν. Εγώ από την άλλη έχω ένα σκασμό αναμνήσεις, που με κρατάνε με νύχια και με δόντια από τις στιγμές που μου ανήκουν. Ένα μάτσο «αν» να μου τριβελίζουν το μυαλό, να το κατατρώνε. Πόση φαιά ουσία σπαταλώ καθημερινά γι’αυτά τα παραπονεμένα «αν». Γι’ αυτές τις δίχως νόημα υποθέσεις που τις ποτίζω και τις περιποιούμαι καθημερινά και τις μεγαλώνω μέσα στο κεφάλι μου. Μόλις πάω κάτι να το ζήσω τσουπ οι γνωστές φωνές: “Mα καλά δεν θα μάθεις ποτέ;” “Πώς μπορείς να ξεχνάς;” Κι εκεί που πήγαινα με 160 τραγουδώντας, πατάω απότομα φρένο. Σκάστε πια. Παραλίγο τον γλίτωσα τον τοίχο.

 

Είναι κι αυτό το τοιχάκι γύρω από την ψυχή μου που έχει θεριέψει κι έχει γίνει πελώριο τείχος, να μην μπορούν να μπαινοβγαίνουν όποτε τους καπνίσει. Επισκέψεις περιορισμένες και με άδεια αυστηρά, προειδοποιώ. Όλοι το περιτριγυρίζουν, νομίζουν κάτι κρύβω. Δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ. Τίποτα τους λέω και δεν με πιστεύουν. Άστους να ψάχνονται. Εγώ, ό,τι είχα στο ‘δωσα. Αυτοί δεν ξέρουν. Δεν θα μάθουν. Ψάχνω μέσα μου βαθιά μπας και, μήπως κάτι ξέμεινε.. ένα συναίσθημα, μια απόπειρα για συναίσθημα ρε παιδί μου, κάτι.. μάταια. Έχω ξεχάσει πως είναι να αισθάνεσαι. Δεν σου κάνω πλάκα, δεν κοροϊδεύω. Προσπάθησα, γνώρισα πρόσωπα που σου έμοιαζαν.. πρόσωπα όμορφα, άσχημα, ιδιαίτερα. Άγγιξα χείλη πιο απαλά από τα δικά σου, κράτησα χέρια πιο ζεστά από τα δικά σου, χάθηκα σε αγκαλιές που είπα δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο, αλλά, δεν. Το ξέρεις πιο καλά απ’όλους, δεν ήμουν ποτέ καλή στο θέατρο, σε αντίθεση με σένα. Τόσο καιρό κοντά σου κι ούτε ένα ψέμα δεν κατόρθωσα να πω.

 

Δεν ξέρω.. πότε θα σταματήσεις να έρχεσαι. Ελπίζω αυτή να είναι η τελευταία φορά, με κουράζεις. Η εικόνα σου ξεθωριάζει όλο και πιο πολύ και προτιμώ να σε έχω μέσα μου ολόκληρο, όχι κομματάκια. Δεν θα τα κολλήσω. Σιγά μην κάνω χειροτεχνίες τώρα. Τέλος πάντων δεν γουστάρω να επιλέγεις εσύ πότε θα κάνεις guest εμφάνιση. Δεν ήμουν προετοιμασμένη για νυχτερινές επισκέψεις. Μπορεί να κοιμόμουν. Πώς θα κοιμηθώ τώρα, μου λες; Είμαι μεγάλο θύμα.. του μυαλού μου, τελικά.Τέλος πάντων, μην ξανάρθεις. Καληνύχτα.