Δεν τους μπορώ τους μίζερους ανθρώπους. Εκείνους που κατεβάζουν τα μούτρα και στραβομουτσουνιάζουν χωρίς προφανή λόγο. Είναι λες και το κάνουν επίτηδες, λες και θέλουν να μεταδώσουν λίγο  απ την μιζέρια τους σε ανθρώπους που στέκονται απέναντί τους ευδιάθετοι για να μην αισθάνονται μόνοι στο αηδιαστικό προσποιητό καταφύγιο που έχουν δημιουργήσει.

Είναι δειλοί. Τους κατασπαράζει η αδυναμία, γίνονται ανίδεοι σκλάβοι της ίδιας τους της καταστροφής, επαναπαύονται στην ανούσια ύπαρξή τους.

Θυμώνω, λούζομαι με οργή που αφήνονται σαν ανούσια ανθρωπάκια σε μια ζωή που περνάει μπροστά απ τα μάτια τους και εκείνοι ανίκανοι δεν κάνουν βήμα από την θέση τους, στέκονται μαρμαρωμένοι σαν αγάλματα.

Ποια αιτία σου έκλεψε την πυγμή, το θάρρος, την θέληση και το πάθος για μια προσωπική αναγέννηση; Σε ποιο μονοπάτι φεύγοντας ξέχασες το όνειρο; Γιατί ξεθώριασε το χαμόγελο στα όλο νιότη χείλη σου και γιατί τα μάτια σου σκοτεινιασμένα και κατσουφιασμένα έχουν χάσει πια την λάμψη τους; Γιατί χαμηλώνεις το βλέμμα και δεν θυμίζεις τον εαυτό σου σαν άλλοτε που περπατούσες με το κεφάλι ψηλά και το βήμα αγέρωχο;

Όχι δεν θα με κάνεις και εμένα σαν τα μούτρα σου. Δεν μου ταιριάζει ο κόσμος που έπλασες, τον απεχθάνομαι. Δεν θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί και να νιώθω ότι όλα πήγαν χαμένα. Θέλω ακόμα και στα πιο θλιβερά πράγματα να βρίσκω μια μικρή τρυπούλα, μια διέξοδος που θα ναι αρκετή για να σχηματιστεί ένα χαμόγελο στα χείλη μου, μια ελπίδα και στο τέλος ένα καλύτερο αύριο. Τι νόημα έχει να γίνω σαν και σένα;

Θέλω να ζω την ζωή μου, να ρουφάω την κάθε στιγμή μου γιατί οι στιγμές δεν είναι τρένα που αν τα χάσεις έρχονται πάντα επόμενα. Η ζωή είναι μια και μοναδική και στο εγγυώμαι θα φροντίσω να ξεζουμίσω όλο τον χυμό της, να την απολαύσω..