Έκλεισα τις μέρες μας σε ένα χαρτί. Έκανα τις χαρές μας μπλε σχήματα

και τα ακούμπησα σ’ενα χαρτί ημερολογίου. Δεκαεφτά. Ήταν δεκαεφτά.

Μήνα δεν συγκράτησα. Δεν μ’ ένοιαζε.

Ξημέρωμα ονειρικό, περικυκλωμένο από αξόδευτη αγάπη και παραπλανημένες ανάγκες.

Μικρά τετραγωνικά. Όσα χρειάζονταν για να μας φυλακίσουν, να μας ασφαλίσουν.

Στρώμα μονό. Όσο έπρεπε για να μας φέρει κοντά. Να μας ενώσει.

Σιωπή και νότες. Σκέψεις σκληρές και βλέμμα γαλήνιο. Ήσυχο. Αθώο.

Σε ζηλεύω. Για όσα έχεις. Για όσα θα αποκτήσεις. Για την ήμερη ζωή σου.

Μη μου θυμώσεις. Τα μάτια μου δεν τολμούν να δουν τον κόσμο σου.

Πώς να ξεγελάσω τη χαρά πως ταχα μου ανήκει;

Κι αν σου έκλεψα στιγμές, κι αν σου έδεσα τα μάτια, κι αν δεν σ’άφησα να με προλάβεις,

μη μου θυμώσεις.

Βαρύ και βρώμικο το φορτίο για τα μικρά σου χέρια.

Έχω φαντάσματα άγρια και αιμοβόρα. Εσένα σώζω.

Φύλαξε την αγάπη μας , φρόντισε τον έρωτά μας , σκέπασέ τα μ΄ένα δάκρυ.

Θα γυρίσω να τα πάρω.

Μη μου θυμώσεις. Θα γυρίσω.

Έστω κι αν έχεις φύγει, έστω κι αν έχεις ξεχάσει.

Θα γυρίσω. Για μένα.

Ξημέρωσε κιόλας;

Όχι, όχι ακόμα.

Μια θάλασσα χρειάζομαι. Ένα κύμα δυνατό, να πνίξω τον τρόμο.

Να καθαρίσω την ψυχή.

Έχεις μια θάλασσα;

Μην χαμογελάς, χάνομαι.

Ξημέρωσε.

Μην μου θυμώσεις.

Δεν σ’αφήνω. Μέσα μου σε έκρυψα. Σε κουβαλώ.

Τα πήρες όλα; Μην φορτωθείς ευθύνες. Δικές μου είναι. Θα τις κρατήσω εγώ.

Κι αν δεις  πως σου λείπει λίγη ομορφιά και αλήθεια,μην μου θυμώσεις.

Κράτησα κάτι για ενθύμιο. Το είχα ανάγκη.

Με την πρώτη ευκαιρία θα στις επιστρέψω.