Κι αν οι άνθρωποι δεν έτρεμαν

μη γκρεμοτσακιστούν από το θρόνο τους.

Κι άφηναν πίσω αυτό το τέρας,

που το φωνάζουν, θαρρώ, Εγωισμό!

Και τις Λερναίες Ύδρες που γεννιούνται,

ξανά και ξανά, μέσα τους.

 

Κι αν η ψυχή σαν είδωλο γυμνό

μέσα στα μάτια τους φανερωνόταν,

πετώντας μάσκες και πανοπλίες που μυρίζουνε σκουριά.

 

Και στο δικό τους πόλεμο έβγαιναν νικητές.

 

Κι ας ήξεραν..

 

Κι ας ήξεραν..

πως η ζωή τελειώνει

γοργά και απροσδόκητα, καμιά φορά.

 

Κι ο χρόνος..

 

Ο χρόνος..

σε καταπίνει χωρίς ανάσα.

 

Κι αν προλάβαιναν ν’ αγαπηθούν απ’ την αρχή.

 

Και γίνονταν ξανά παιδιά για λίγο.

Μ’ εκείνο το χαμόγελο το καθάριο.

Κι εκείνο το μυαλό το γαλάζιο.

 

Κι αν η Δυσκολία και η Αποτυχία,

σαν “άλλες” μάνες, τους μάθαιναν Ζωή.

 

Κι αν το θάνατο σαν “άλλο” ταξίδι

τον λόγιαζαν..

 

Κι αν μέσα στην ελπίδα τους για αύριο,

δεν σκότωναν το “σήμερα”.

 

Και η καρδιά και η βούλησή τους,

ψηλά πετούσε.

Αετίσια.

Ελεύθερη απ’ όλα τα “πρέπει”, τα “δήθεν” και τα “μη”.

 

Και τις βροχές τους σα στάλες στο χώμα τις λογάριαζαν,

που σπείρουν χρώματα και μυρωγδιές το κόσμο

Κι άνθιζε η Άνοιξη στο κήπο τους, ξανά.

 

Κι αν οι Άνθρωποι..