Ξάφνου ξύπνησα. Τα μάτια μου δεν διέκριναν τίποτα, παρά μόνο ένα ατέλειωτο σκοτάδι που απλωνόταν παντού. Δεν είχα την δύναμη να παραμερίσω το πάπλωμα και να περιεργαστώ τον χώρο.

Η, ψέματα. Δεν το επιθυμούσα. Ήθελα να μείνω εκεί και να ξυπνήσω όλες μου τις αισθήσεις.

Ναι, δεν ήμουν μόνη. Στεκόσουν πλάι μου, με συντρόφευες και αυτό το ανήσυχο βράδυ. Η ανάσα σου κοιμισμένη, ήταν η μόνη που ηχούσε στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε στον χώρο.

Παραδομένη στην αγκαλιά σου, απολάμβανα την ζεστασιά και την θέρμη με την οποία με κρατούσες καθώς κοιμόσουν ήσυχος και απαλλαγμένος από κάθε γνώση, από κάθε έγνοια.

Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη μου. Τώρα όλα ξελύνονταν στο μπερδεμένο κουβάρι του μυαλό μου και μια ανακούφιση κυρίευσε το είναι μου.

Μου έδινες ότι ζητούσα. Απλόχερα. Το έκανες άφοβα και με την πιο αγνή φροντίδα και την πιο γλυκιά αγάπη που μου πρόσφερε ποτέ κανείς.

Δεν ήταν η πλαστή ευτυχία που κάποτε είχα φανταστεί για μένα. Εκείνη αποτελούσε ένα παραμύθι που σκαρφίστηκα κάποτε επηρεασμένη από μια άλλη ζωή που προσδοκούσα.  Ήταν κάτι πιο ιδιαίτερο, με όλη την αυθεντία και το μεγαλείο που θα μπορούσε να περιέχεται σ αυτό.

Χώθηκα στην αγκαλιά σου, κούρνιασα σαν μικρό σπουργιτάκι και γεύτηκα την ασφάλεια και την θαλπωρή σου γεμάτη ευγνωμοσύνη για μια ζωή που εγώ επέλεξα στο διάβα μου.

Οπ… κουνήθηκες πάλι προς το μέρος μου. Με έσφιξες περισσότερο πάνω σου. Μάλλον θα ήθελες να με αισθάνεσαι δίπλα σου. Ίσως νιώθεις ότι νιώθω.

Έκλεισα πάλι τα μάτια  μου. Γαληνεμένη και συνεπαρμένη από την μαγεία της στιγμής αποκοιμήθηκα. Ήταν ο πιο ξεκούραστος ύπνος που έκανα ποτέ μου, ένας ύπνος που το όνειρο που είδα δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα..

Εκεί. μαζί σου… κάτω από το πάπλωμά!