Καμιά φορά κοιτάζω  βαθειά μέσα στην ψυχή  μου και μετράω τα κομμάτια μου…

Και νιώθω σαν εστιατόριο που χτυπήθηκε από την οικονομική κρίση…

Που όταν διοργάνωνα πλουσιοπάροχα  δωρεάν γεύματα,  αμέτρητους λαχταριστούς μπουφέδες όλοι έρχονταν να δοκιμάσουν, να γευτούν από μένα…

Όταν όμως σταμάτησα να κερνάω και άρχισα τις περικοπές…

Οι πελάτες μου άρχισαν να μ’ εγκαταλείπουν…

Εκεί ακριβώς  συνειδητοποίησα πως με μαθηματική ακρίβεια οδηγούμαι στην καταστροφή …

Και   για μην ι μαζεύω τα κομμάτια μου από τους πέντε ανέμους…

Κάθισα κάτω μια μέρα μουντή, χλωμή και ανέκφραστη…

Να τακτοποιήσω τους ανοιχτούς λογαριασμούς μου…

 

Τι έδωσα;

Τι κέρασα;

Τι χρέωσα;

Τι πληρώθηκα;

Τι άδειασα;

Τι μπάλωσα;

Τι γέμισα;

Τι χώνεψα και τι κατάπια αμάσητο;

Που ήμουν θύμα και που θύτης;

Ποιους γέλασα και που γελάστηκα;

Που νίκησα και που νικήθηκα;

Κι είδα πως άφησα πολλές φορές την πόρτα ανοιχτή και το προσωπικό μου με κλέβε…

Οι έμπιστοι μου, που πάσχιζα μέσα μου για χρόνια να μη μείνουν χωρίς δουλειά, χωρίς παρηγοριά κι αγάπη…

Με πούλησαν, ναι με πούλησαν…

Οι άνθρωποι μου…

Οι δικοί μου  άνθρωποι…

Με χρέωναν, με άδειαζαν …

Και εγώ έμενα εκεί να τους κοιτάζω…

Ασάλευτη…

Αμίλητη…

Με ένα βλέμμα βουβό απ’ τον πόνο…

Λες και πάγωσε ο κόσμος ξαφνικά γύρω μου…

Νύχτες ολάκαιρες μου πήρε να σπάσω τον πάγο μου…

Ώσπου δεν έσπαγε πια και αναγκάστηκα να λιώσω…

Να λιώσω εγώ για να ‘ρθει η ζέστη και ν’ αγγίξει τα κρυστάλλινα κορμιά τους…

Αν με ρωτάς  λοιπόν, το μαγαζί μου το έκλεισα…

Κόλλησα στο τζάμι ένα χαρτί που έγραφε:

Κλειστό λόγω συναισθηματικής χρεωκοπίας…