Ο ραδιοφωνικός σταθμός έπαιζε το Black Code του Wynton Marsalis, η τρομπέτα, που δέσποζε στην αρχή του κομματιού, έδινε στα βήματα του Βασίλη έναν παράξενο ρυθμό… ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει ονειρικό, μαγικό, ίσως ακόμα και ονειροπόλο.

 

Οι φωτεινοί κεντρικοί δρόμοι της Αθήνας έδειχναν να συνοδεύουν τα παράξενα βήματα του που κάθε τόσο κάπου σταματούσαν και έκαναν μια χορευτική κίνηση μεταφράζοντας την μουσική που άκουγε από το mp3 του. Αν και στην πλάτη του κουβαλούσε το 1.80 cm βαθύχορδο του έμοιαζε αέρινος, σαν να περπατούσε σε κάποια λεωφόρο από σύννεφα. Το βλέμμα του παιχνίδιζε σε κάθε νότα αλλά και σε κάθε κενό της μουσικής που δημιουργούνταν στα αυτιά του. Ο Βασίλης με το κοντραμπάσο πίσω στην πλάτη – που έμοιαζε σαν να τον ακολουθεί κάποιος σε μόνιμη βάση – ήταν ένας άνθρωπος ψήλος, σχεδόν ένα ενενήντα, λεπτός, με ήρεμα και λεπτά χαρακτηριστικά, ενώ η περιποιημένη γενειάδα – που τον χαρακτήριζε – στεφάνωνε το πρόσωπο του.

 

Πιστεύω πως αν ρωτούσες κάποιον περαστικό τυχαία, τι μπορεί να του θύμιζε αυτός ο παράξενος μουσικός, πιστεύω πως δεν θα δίσταζε να σου πει πως μοιάζει με κάποιον από τους αγίους που εικονογραφούνται σε αγιογραφίες.

 

Σε μια κάποια πιο μοντέρνα του εκδοχή βέβαια αλλά ήταν έτσι η κατατομή του προσώπου του, αλλά και του σώματος του που περισσότερο έμοιαζε με βιβλικό ήρωα παρά με πολίτη μιας μεγαλούπολης.

 

Βάδισε λίγα μέτρα ακόμα και στάθηκε σε μια γωνία στην αρχή της Ερμού, αφού καλοκοίταξε το μέρος με μια αέρινη και ξαφνική κίνηση έβγαλε από την πλάτη του το ογκώδες φορτίο του, το ακούμπησε σε έναν τοίχο, το άνοιξε με ευλάβεια και έβγαλε μέσα από την βελούδινη θήκη ένα σκούρο ξύλινο και μεγαλοπρεπέστατα βαρύ κοντραμπάσο. Τα φώτα από τις γύρω βιτρίνες σαν να ζήλεψαν την ομορφιά του και έπεσαν πάνω του για να το καλύψουν, μάταια όμως, αυτό – σαν κυρίαρχος του χώρου – μάζεψε πάνω του όλα τα φώτα και τα αντανάκλασε στους περαστικούς… σαν κάλεσμα αθόρυβο γύρισαν σχεδόν όλοι και το θαύμασαν.

 

Πιο καλά γυαλισμένο βαθύχορδο δεν πρέπει κανείς τους να είχε ξαναδεί, έμοιαζε σαν να είχε μόλις αγοραστεί ωστόσο μέσα από την σιγουριά που εξέπεμπε στον χώρο και με σύντροφο τον Βασίλη σου έδινε να καταλάβεις πως είχε την απαραίτητη εμπειρία.

 

Ίσως να μοιάζει παράξενο που αποδίδω χαρακτηριστικά ζώντος οργανισμού σε ένα μουσικό όργανο, όμως ακριβώς την ίδια άποψη – μην σας πω πιο σκληροπυρηνική – είχε, και έχει, ο Βασίλης για το βαθύχορδο του.

 

Τα εμπορικά καταστήματα πια είχαν κλείσει, ο κόσμος που περπατούσε την Ερμού όλο και λιγόστευε όμως ένα παράξενο συμβάν άρχισε να παίρνει χώρα απέναντι από το γυαλισμένο έγχορδο. Διάφοροι περαστικοί σταματούσαν και στεκόντουσαν όρθιοι ή καθιστοί στα σκαλάκια του πολυκαταστήματος που ήταν ακριβώς απέναντι, κοιτάζοντας – για την ώρα μάλλον μάταια – το έγχορδο με τον μουσικό.

 

Ο Βασίλης δεν είχε παίξει ούτε μια νότα όμως, η αύρα του; το παρουσιαστικό του; δεν ξέρω πια ακριβώς ήταν η αιτία που τράβαγε την περιέργεια και την προσμονή του κόσμου για να ακούσει τι έχει να παίξει αυτό το βράδυ αυτός ο παράξενος “άγιος” με το κοντραμπάσο του.

 

Ο Βασίλης είχε αυτήν την λάμψη που έχουν όλοι οι αυθεντικοί καλλιτέχνες, αυτό το ανεξήγητο “κάτι” που χωρίς να νιώθεις δέος καταλαβαίνεις πως είναι διαφορετικοί… όμορφα και παράξενα διαφορετικοί!

 

Λίγο πριν βγάλει τα ακουστικά από τα αυτιά του και αγκαλιάσει το έγχορδο του, το ραδιόφωνο έπαιξε ένα κομμάτι του Charles Mingus… το Moanin. Αποφάσισε αστραπιαία πως θα ξεκίναγε με αυτό. Αγκάλιασε – σαν έτοιμος να χορέψει ταγκό – το κοντραμπάσο και ξεκίνησε να παίζει.

 

Ο βαθύς ήχος του έγχορδου στην αρχή ήχησε παράταιρα στον χώρο ωστόσο λίγα δευτερόλεπτα αργότερα οι νότες αγκάλιασαν τα πάντα, ο αέρας έγινε πιο ζεστός, τα φώτα πιο γλυκά και οι γκρίζοι τοίχοι σαν να γέμισαν από τον ήχο. Με κάποια μαγικά, που δεν καταλάβαμε πως συνέβησαν, άρχισαν να συνοδεύουν μέσα στο μυαλό μας το κοντραμπάσο και άλλα όργανα, μια τρομπέτα, ένα σαξόφωνο, κάποια μακρινά τύμπανα. Αρκετοί από τους περαστικούς άρχισαν δειλά δειλά να λικνίζονται στον ρυθμό ενώ κάποιοι άλλοι χόρευαν ξέφρενα στην μουσική που έπαιζε ο Βασίλης.

 

Για δυόμιση σχεδόν ώρες η μουσική είχε κατακλύσει την πόλη, για δυόμιση ώρες ένα ξαφνικό πάρτι με παράταιρους όσο και απρόσμενους καλεσμένους μαινόταν στον πεζόδρομο της Ερμού. Όσοι ήταν εκεί από την αρχή έπαιρναν τηλέφωνο άλλους για να έρθουν και όσοι περνούσαν τυχαία στεκόντουσαν μια στιγμή και τουλάχιστον ένα κομμάτι το χόρευαν.

 

Για το τέλος ο Βασίλης έπαιξε το Blue Train του John Coltrane. Όλα ηρέμησαν, όλοι χόρεψαν πιο χαλαρά και όταν η τελευταία νότα – η Λα αν δεν κάνω λάθος – βγήκε από την χορδή του κοντραμπάσο όλοι όσοι ήμασταν εκεί μείναμε σιωπηλοί για να την ακούσουμε να εισχωρεί στον αέρα, στα σοκάκια, στις στοές, στην κίνηση, μέσα στα κύτταρα της ζωντανής πόλης.

 

Τον κοιτάξαμε για λίγο και χειροκροτήσαμε γεμάτοι ενθουσιασμό και σεβασμό.

Μας χαμογέλασε ευχαριστώντας μας, έβαλε το βαθύχορδο μέσα στην βελούδινη θήκη και ύστερα χάθηκε μέσα στα σκοτάδια των δρόμων.