Μίλησέ μου για την πιο σκοτεινή σου ώρα.

Για όλες τις πληγές που δε κατάφερες να κλείσεις.

Για αυτούς τους έρωτες που δε θέλησες να ξεπεράσεις.

Τι κρατάς στα χέρια σου;

Είναι ανάμνηση από εκείνη ε;

Γιατί δε γυρνάς; Ο ουρανός σκάει στα δύο, γιατί δε γυρνάς;

Πες κάτι. Έστω την ύστατη τούτη στιγμή. Έστω τώρα που φεύγω για μακριά, έστω τώρα.

Πονάς. Το βλέπω στα μάτια σου. Γυάλινα, ακατοίκητα, γυαλίζουν. Το βλέπω στο σαγόνι σου που σφίγγει. Στους μύες του προσώπου σου. Διαστέλλονται, συστέλλονται, θα εκραγούν.

Χάντρες γαλάζιες σ’ αυγουστιάτικο ουρανό. Χάντρες σπασμένες σε πυρπολημένο, αδιάφανο βυθό.

Με γνωρίζεις; Με θυμάσαι; Ήμουνα κάποτε παιδί.

Κάπου ακούγεται ένας πυροβολισμός. Είναι πολύ κοντά. Ή ίσως πολύ μα πολύ μακριά. Μπερδεύονται οι αποστάσεις, ρευστοποιούνται οι ήχοι.

Ένας πυροβολισμός. Ένας ονειροπόλος. Μια πόρτα που κλείνει και μια οπτασία.

Ο ονειροπόλος μπαίνει στο τρένο. Δέρμα διάφανο, μαύρα, στιλπνά μαλλιά.

Είναι πρωί. Στον ονειρόκοσμο είναι πάντα λυκόφως. Ή σούρουπο. Ή τίποτα από τα δύο.

Την βλέπει να μπαίνει στο τρένο. Αυτή η για πάντα μη κεκτημένη. Πρέπει να την έχει. Θέλει να την έχει. Για τόσο, για όσο.

Δε θα τον δει. Όχι τώρα. Ούτε ποτέ δε θα τον δει.

Την κοιτάζει κι αρρωσταίνει. Ωχριά παραπάνω το χλωμό του δέρμα. Αρρωσταίνει να την κοιτάζει. Θέλει να φωνάξει, να σπάσει σαν βεγγαλικό.

Τελικά κατεβαίνει. Πρώτα αυτός, πρώτα αυτή, κανείς δε το έμαθε ποτέ.

Ήτανε πάντως Σάββατο πρωί. Όταν αυτός της μοίρας ο τρελός, πίστεψε στο άπιαστο, ήτανε σίγουρα Σάββατο πρωί.

Φεύγεις τελικά; Το αποφάσισες; Η φυγή πάντα διευκολύνει το άπιαστο.

Μα όνειρο μέσα σε ύπνο περιπλανώμενο, στην ατμόσφαιρα αιωρούμενο, κάνει το άπιαστο ευχή.

Με αισθάνεσαι; Με βλέπεις αληθινά; Αρνήσου με, αρνήσου με ξανά. Μέχρι να στραγγίσω από αίμα κι από δάκρυ.

Τον πυροβολισμό δε τον άκουσες τελικά; Μήτε είδες την πόρτα να κλείνει; Ούτε στο χιόνι πρόλαβες τα χνάρια του φυγά; Υπήρξες ή παράκουσα;

 

της Βασιλική Μανδηλαρά

https://www.facebook.com/vasw.mand.photography