Ξύπνησε αλαφιασμένη. Με εκείνη την χαρακτηριστική πικρία που καταντούσε πιο δυνατή και από κείνη του καφέ της.

Θα επανερχόταν τελικά πάντοτε και θα την έπνιγε.

Κάθε φορά που θα σκεφτόταν, κάθε φορά που θα άφηνε να ξεχυθούν σκέψεις, λέξεις και φυγές θα κατρακυλούσε στην πικρία αυτή χάνοντας κάθε ένδειξη χαράς.

Το γέλιο θα μετανάστευε σε κάποια άλλη που θα φαινόταν εν τέλει πιο δυνατή από εκείνη.

Έτσι συνέχισε τον ύπνο της. Τουλάχιστον θεωρούσε πως το να κοιμάσαι είναι και μια φυγή από τις δηλητηριώδεις σκέψεις.

Το να σκέφτεσαι και να αναλύεις καταστάσεις δεν οδηγεί ποτέ στα επιθυμητά αποτελέσματα παρά μόνο στο να κουράζεις το μυαλό σου με κάθε σενάριο επιστημονικής φαντασίας που αντλεί η δύναμη του φόβου σου.

Άλλη μια νύχτα πέρασε κάπως έτσι, και το πρωί πήρε την θέση του, αυτή την φορά ηλιόλουστο, ίσα να την γεμίσει ελπίδα. Χαμογέλασε.

Σκέφτηκε πως πέρα από όλα κι όλους, πάντα θα ξημερώνει. Πάντα.

Και η μέρα που έρχεται θα είναι ίσως εκείνη που θα την πάει εκείνο το βήμα παραπέρα.

Θα την απαλλάξει από την στασιμότητα και από την προσωπική της δίνη.