Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Παντού γύρω υπήρχε σιωπή. Καμία φωνή, κανένας θόρυβος, καμία προσδοκία. Ούτε απόψε θα ερχόσουν. Μέσα στο σπίτι υπήρχε σκοτεινιά, και μόνο μία λάμπα στην κάμαρα έδινε ψυχή στον χώρο. Έστεκε και αυτή εκεί, σαν και εμένα, καρτερικά, σαν να περίμενε μια είδηση, έναν ερχομό, μια απρόσμενη έκπληξη. Αλλά τίποτα… Ανασήκωσα τα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να ακουμπήσω την πλάτη μου, και πήρα στα χέρια μου να διαβάσω ένα βιβλίο που μου είχες κάνει δώρο, μετά από έναν τσακωμό μας. Καθώς το διάβαζα και χανόμουν στις αφηγήσεις του συγγραφέα, το μυαλό μου σε σκεφτόταν όλο και πιο έντονα, και ότι περιστατικό και να έβλεπα γραμμένο στις σελίδες του, μου θύμιζε ένα κομμάτι από την ιστορία μας. Μου θύμιζε εσένα. Αλλά εσύ, είσαι τώρα μακριά και φεύγοντας άφησες πίσω όνειρα, υποσχέσεις και μία ελπίδα ότι θα είμαστε μαζί.

 

Ξαφνικά, μες στη σιγαλιά της νύχτας, ακούω την πόρτα να χτυπάει. Δεν μπορούσα παρά να φέρω εσένα στο μυαλό μου. Δεν περίμενα άλλωστε κανέναν. Εσύ ήσουν το μοναδικό πρόσωπο που πρόσμενα τόσο καιρό τώρα. Για σένα τα μάτια μου βούρκωναν, όταν διάβαζα τις ιστορίες στο βιβλίο. Το δικό σου όνομα μου προκαλούσε καρδιοχτύπι, όταν άκουγα κάποιον να το φωνάζει στο δρόμο. Για σένα ψάχνω μες στο πλήθος και κοντεύω να χάσω το μυαλό και τον ύπνο μου. Έπρεπε να ήσουν εσύ! Μετά από τόσο καιρό έπρεπε να είχες κάνει το βήμα και να έρθεις να με βρεις… Δεν περίμεναν κανέναν και τίποτα, παρά μόνο εσένα. Όταν άνοιξα την πόρτα όμως, η σπίθα στα μάτια μου έσβησε απότομα, και μαζί με αυτή και η ελπίδα μου ότι θα έρθεις να με συναντήσεις. Παντού έξω σκοτάδι. Μόνο ο αέρας λυσσομανούσε και χτύπαγε την ερημιά του τόπου, όπως και μένα με χτύπησε αυτός ο ήχος στην καρδιά και πίστεψα για λίγο ότι ήρθες.

 

Δεν είναι ωστόσο η πρώτη φορά που το παθαίνω. Πολλές φορές νομίζω ότι χτυπάει η πόρτα, και το παλτό σου που είναι κρεμασμένο πίσω από αυτή, σε περιμένει και μετράει τα λεπτά για να γυρίσεις να το φορέσεις. Ίσως βέβαια να το ξέχασες, όπως ξέχασες και μένα… Έκλεισα λοιπόν την πόρτα, και την κλείδωσα. Τώρα ήμουν σίγουρος ότι δεν θα έρθεις ούτε αυτό το βράδυ. Τράβηξα λοιπόν για το δωμάτιο. Ήθελα να κλάψω, αλλά δεν μπορούσα. Φαίνεται ότι και τα ίδια τα δάκρυα βαρέθηκαν να βγαίνουν ανώφελα για μια υπόθεση που προ πολλού είχε τελειώσει. Ο καημός όμως μέσα μου με βάραινε, και η μπάσταρδη η ελπίδα ότι θα έρθεις ξανά δεν έλεγε να σβήσει. Και όσες φορές και αν προσπάθησα να δω την κατάσταση με λογική, το συναίσθημα πάντα θα υπερτερούσε. Αυτή είναι η κατάρα των ρομαντικών.

 

Παραμέρισα το βιβλίο στην άκρη και κρύφτηκα μέσα στα σκεπάσματα, πιστεύοντας πως κάπως έτσι θα κρυφτώ και από τους φόβους μου. Ο ύπνος με βρήκε μοναχό και αυτή τη φορά. Το πρωί δεν μπορούσα να σηκωθώ, και αποφάσισα να μείνω πάλι μέσα, μήπως τυχόν και περάσεις να με βρεις εκεί. Δεν ήθελα να λείπω. Εδώ και τρεις μήνες σε περιμένω, αλλά μάλλον η δική μου η παρουσία δεν είναι αρκετή για να εξηγήσει την δική σου απουσία.