Οι τάσεις φυγής που κατά καιρούς είχα στη ζωή μου, με τρόμαζαν.

Μικρές ή μεγάλες δεν είχε ποτέ σημασία.

Φοβόμουν ότι θα άρχιζα από το μηδέν, ότι ο χρόνος δεν θα ήτανε σύμμαχος μου, ότι ίσως να έκανα λάθος και τελικά ίσως η φυγή να μην είναι πάντα η λύση όπως λέει και η φιλενάδα μου.

Και έτσι πάντα έμενα να «απολαμβάνουν» οι άλλοι τη στατικότητα μου και εγώ να χάνομαι σε μετέωρα «αν».

Και έτσι πάντα έκλεινα τα φτερά μου και μαζευόμουν στη γωνιά μου.

Και έτσι πάντα έχανα. Τη ψυχή μου, τα θέλω μου, τις επιθυμίες μου, την ίδια τη ζωή μου.

Ακόμα και το πρόσωπο μου στον καθρέπτη έβλεπα διαφορετικό.

Γερασμένη και άσχημη μου έλεγα!!!

Πώς να είναι ζωντανό και λαμπερό όταν μέσα μου δεν είχα τίποτα;

Κάποτε επέλεξα να παραγκωνίσω επιθυμίες και όνειρα,  προς χάρη της σταθερότητας.

Επέλεξα το  «στανταράκι»  που θα έλεγε και η κόρη μου!!!

Και αυτή η φυγή πάντα τρομάζει!!!

Μιας και στο έργο της ζωής μας μπορεί να ήμαστε πρωταγωνίστριες, αλλά η ηρωίδα έχει πια μεγαλώσει.

Αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω της και προσπαθεί να χρεώσει τύψεις στον εαυτό της για τη συναισθηματική της έξαρση.

Θεωρεί πολυτέλεια την εσωτερική της μάχη όταν η πραγματικότητα του έξω κόσμου είναι σκληρή και αβίαστη.

Αυτό θα αλλάξει!!!

Καμία ζωή μισή πια. Καμία υποχώρηση και κανένας συμβιβασμός.

Καμία μέρα που φεύγει από τη ζωή μου δεν θα ξανάρθει.

Κανένας δε θα μου δώσει το μερτικό που ανήκει στη ψυχή μου.

Και αύριο και τον επόμενο αιώνα όλα αυτά εκεί έξω θα είναι ίδια ίσως λίγο παραποιημένα αλλά ίδια.

Εγώ όμως δεν θα ζω!!!  Θα έχω πεθάνει και θα έχω πεθάνει δυστυχισμένη κυνηγώντας έστω και την τελευταία στιγμή την ελπίδα της ψυχής μου.

Σηκώνομαι, κοιτάζω στο καθρέπτη πιάνω το πρόσωπο μου με τα χέρια μου και αναφωνώ: «Είσαι όμορφη!!!»