Είμαι εδώ και παρατηρώ έναν άνθρωπο μοναχικό μελαγχολικό να κάθεται στην αμμουδιά κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Ένα άτομο χωρίς αίσθημα του έρωτα του πάθους και της αγάπης. Ένα πλάσμα της κοινωνίας που δεν γνώριζε τι θα πει αγάπη, μίσος, ένα γλυκό γαλήνιο φιλί στο μέτωπο.

Όση ώρα αντίκριζα αυτό το άτομο, έβλεπα κάτι γαλήνιο μέσα του όπως το λευκό τριαντάφυλλο, έβλεπα μια όμορφη μελαγχολία, όπως ο απέραντος γαλάζιος ωκεανός.

Μα αναρωτήθηκα γιατί αυτός ο άνθρωπος να είναι μόνος γιατί να μην έχει δίπλα του μια όμορφη ζωή; Γιατί να μην έχει το άλλο του μισό;

Και ώμος έδειχνε σαν να μην τον ενδιέφερε πολύ. Λες και η ψυχή του που ήταν άβυσσος έδειχνε πληγωμένη, έδειχνε να πέρασε πολλές φουρτούνες στην άδεια του ζωή. Ποιος ξέρει τι είχε περάσει αυτό το μοναχικό και γαλήνιο πλάσμα.

Και εκεί άκουσα μια φωνή παραμυθένια γλυκιά μα διστακτική, ήταν σαν την είχα ξανά ακούσει. 

Η φωνή μου θύμισε μια μορφή που την είχα αντικρίσει πριν πολλές ζωές.

Άρχισε να μου διηγείται τι έχει περάσει το άτομο που παρατηρούσα εδώ και πολύ ώρα.

Ο ήλιος άρχιζε να πέφτει και τότε ξεκίνησε.

Δεν ήταν μόνος είχε γνωρίσει τον άνθρωπο του, τον είχε δίπλα του μα όχι για πολύ. Εγώ δίστασα να ρωτήσω τι ακριβώς είχε συμβεί. δεν ήθελα να μάθω.

Φοβήθηκα δεν ήθελα να ακούσω αυτό ο που σκεφτόμουν.

Η ψυχή μου σιώπησε, η μελαγχολία πολιόρκησε την καρδιά μου.

και τότε που ο ήλιος έπεσε και το φεγγάρι έλουζε την κατάμαυρη θάλασσα με το λαμπερό φως, μου είπε ότι το άλλο του μισό βασίλεψε, ήταν ένας άγγελος όμορφος χωρίς μίσος στη καρδιά του. την μέρα που τον γνώρισε έβρεχε χωρίς σταματημό , οι σταγόνες μαστίγωναν τον δρόμο εκεί που ενώθηκαν τα χείλη τούς για πρώτη και τελευταία φορά. Το όμορφο αυτό αγγελικό πλάσμα ψιθύρισε θα είμαι ανάμεσα στα αστέρια δίπλα στο φεγγάρι, θα είμαι το λαμπερό φως του ήλιου και κάθε σταγόνα της βροχής που θα σε αγγίζει θα είμαι εγώ και θα σε αγαλλιάζω. Δεν θα σε αφήσω ποτέ.

Η φωνή έφυγε, εξαφανίστηκε σιωπηλά και εγώ συνέχιζα να τον παρατηρώ με πόση αγάπη κοιτάει τα αστέρια κοντά στο φεγγάρι.

Και πόσο πολύ τα χαμογελούσε. Σαν να έλεγε ιστορίες της ζωής του στον Άγγελο του.

 

Η Αντωνία Ταχματζίδου γεννήθηκε στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Ελλάδα.

«Γράφω από 14 χρόνων και με τα διηγήματα και τα ποιήματα μου μπορώ και εκφράζω τα συναισθήματα μου και όλα όσα δεν μπορώ να πω με λόγια!

Δίχως αυτό είναι σαν μην αναπνέω.»