-“Ξέρεις τώρα..”

-“Όχι, δεν ξέρω… εσύ θα μου πεις!”

-“Τίποτα.”

 

Και την άφησε εκεί στη θέση της ακίνητη, να τραγουδά ψιθυρίζοντας στίχους από τα τραγούδια που αφιέρωνε ο ένας στον άλλον στον άτυχο και αμφιλεγόμενο κόσμο τους. Την έβλεπα, να έχει στο μυαλό της ένα όνειρο- αν και όχι τόσο δικό τους- αλλά τόσο ταιριαστό που να τρέμει ακόμα και να ανυπομονεί να σπάσει, να θρυψαλιαστεί και να γίνει σκόνη. Σε έναν κόσμο με την αλήθεια και το ψέμα να κυριαρχεί τα στόματα τους σφραγίζονταν, οι ματιές τους κοίταζαν χαμηλά από ντροπή και μόνο αισθάνονταν. Λες και είχαν συσσωρευτεί στα ακροδάχτυλά τους όλα τα συναισθήματα. Γιατί δεν μπορούσαν αλλού. Η καρδιά δεν τα άντεχε- το μυαλό τα απαγόρευε- οι λέξεις λέγανε βλέμματα και τα πόδια πήγαιναν βήματα πίσω.

 

Την κοίταξα στα μάτια και την άγγιξα στον ώμο, λες και της συμπαραστεκόμουν έτσι. Είμαι σίγουρη πως είπε: “Δεν νομίζω να τον μπερδεύω με άλλον έρωτα- ούτε παραισθήσεις γυρισμού έχω- μα καίει ακόμα. Ξέρεις, την σπιρτάδα αυτή που ούτε η μπύρα και το κρύο δεν μπορεί να σβήσει. Ούτε καν η παγωμένη θάλασσα που κολυμπήσαμε μαζί. Αν μας έβαζες ανάμεσα σε ένα τοίχο με τις πλάτες μας ακουμπισμένο σε αυτόν- εκείνος θα ράγιζε και τα κομμάτια του∙ θα μας τρυπούσαν. Και αλήθεια θα το ευχόμουν να μας διαπερνούσαν. Γρήγορα και ακαριαία. Θάνατος όπως μας αρμόζει. Όπως πεθαίνουν οι στρατιώτες στο πόλεμο. Μα μια σφαίρα δεν μας αρκεί εμάς! Γιατί εμείς ποτέ δεν γίναμε ένα. Ούτε ζητήσαμε για θαύματα και σωτηρίες. Βουλιάξαμε- μα ποιός μας έσωσε εμάς; Ξέρεις;”

 

Μα τους κοιτώ και με όλα αυτά δεν τολμώ πια να ξεστομίσω τίποτα, γιατί αν αλλάξεις τόπο, ημερομηνίες και εκείνους- ίδιες λέξεις έχουνε , ίδιες μνήμες και ίδια συναισθήματα.

 

Της Γιώτας Μάρκου