Προσπαθώ εδώ και ώρες να στριμώξω 800 λέξεις σ’ αυτήν την αφιλόξενη λευκή σελίδα και δεν μπορώ. Ο τίτλος έτοιμος και οι ιδέες από πριν επεξεργασμένες, κάτι μεσάνυχτα που με τίναζαν σαν ηλεκτροσόκ αναγκάζοντάς με να ψάχνω στα τυφλά τα γυαλιά της μυωπίας στο πάτωμα, το άξυστο μολύβι και ένα σημειωματάριο ανάμεσα στα σεντόνια, τον χαμένο μου ύπνο στους δείκτες του ρολογιού μεταξύ «και μισή» και «παρά τέταρτο». Τελικά, ο σκελετός του κειμένου σκελετώθηκε απ’ την αναμονή, οι φίλοι μου βαρέθηκαν κι αυτοί να περιμένουν πότε θα ολοκληρωθεί αυτό το -αγνώστου αντικειμένου- πόνημα και νομίζω κιόλας ότι προ ολίγου χάλασα εντελώς το -από καιρό παραπαίον- πλήκτρο του delete στο laptop. Τραγωδία!

 

Η μεγαλύτερη τραγωδία, όμως, είναι ότι πέρασαν τρεις ώρες στη διάρκεια των οποίων έζησα το ναυάγιο δύο πολλά υποσχόμενων -νόμισα- παραγράφων, μέχρι ν’ αποφασίσω ότι αυτή θα είναι μία ακόμη… σιωπηλή Παρασκευή. «Η… επιστήμη θα τα καταφέρει και μόνη της», είπα μεγαλοστόμως και μεγαλοφώνως μασουλώντας με φθόνο την άκρη του μολυβιού, δεχόμενη μετά βεβαιότητος και τυφλής πίστεως ότι, τέλος πάντων, μια χαρά τα πήγαινε και πριν αποφασίσω ότι πρέπει ντε και σώνει να… συμβάλω στην εξέλιξή της. 

 

Ο κέρσορας με κοιτάζει επίμονα, τον κοιτάζω κι εγώ, μου κλείνει ύποπτα το «μάτι», τον αγνοώ, πατάω κλείσιμο σελίδας πάνω δεξιά, δεξί κλικ, μετονομασία αρχείου: «Φίλοι»!

 

Θέλω να τους γράψω δυο λέξεις. Απ’ αυτές που δύσκολα συνειδητοποιούνται κι ακόμη δυσκολότερα λέγονται διά ζώσης. Μάλλον δεν λέγονται ποτέ. Θες από φόβο μην σε περάσουν για εντελώς παλαβό; Θες λόγω της υπεροψίας της σταθερότητας, της βλασφημίας του «για πάντα» ή κάποιας αυθαίρετης αίσθησης υποχρέωσης, μιας και πιστεύουμε ότι αυτοί -οι μια χούφτα άνθρωποι- θα είναι εκεί γύρω no matter what; Θες γιατί έχουμε λησμονήσει πώς προφέρεται και πώς γράφεται το «Σ’ ευχαριστώ»; Έτσι απλά, ρε αδερφέ… Ένα ευχαριστώ που υπάρχουν. Ένα ευχαριστώ που, τελικά, είναι πάντα εκεί γύρω όπως και να ‘χει.

 

Στις σιωπές σου.

Στις μικρές και μεγάλες παύσεις του μυαλού κατανοώντας τους κώδικες. Τελεία, τελεία, τελεία, παύλα, παύλα, παύλα…

 

Στις μικρές και μεγάλες παύσεις της καρδιάς. Όταν οι χτύποι λιγοστεύουν, οι ανάσες κόβονται και ξεχνάς πώς πρέπει ν’ ανασαίνεις. Λαχανιάζεις και μόνο παρακολουθώντας τους ν’ ανασαίνουν ήσυχα και απλά, σαν να θέλουν να σου διδάξουν πάλι απ’ την αρχή πώς παίρνουμε αναπνοή, τότε μόνο θυμάσαι και προσπαθείς ν’ ανακτήσεις τον έλεγχο της πιο αναγκαίας λειτουργίας σου. Είναι εκεί χωρίς λόγια. Και με περισσή προσοχή μην και πατήσουν πάνω στις υπερ-ευαίσθητες χορδές του εαυτού σου. Αυτού που σ’ έσυρε ως εδώ -και παραμένει ακόμη άλυτο μυστήριο το πώς- ακόμη ζωντανό, ακόμη αρτιμελή, ακόμη όρθιο. 

 

Είναι εκεί για να γελάσουν μαζί σου δυνατά έστω και χωρίς λόγο. Έτοιμοι να σε κρατήσουν απ’ το χέρι, να σου ακουμπήσουν απαλά τον ώμο κι ας μην θέλεις. Να σ’ αγκαλιάσουν, ούτε λόγος, αλλά έστω να σ’ αγγίξουν ακόμη και με το φόβο ότι θα τους στραβοκοιτάξεις ή ότι θα τραβηχτείς. Εσύ ο άτρωτος, εσύ ο δυνατός. Που δεν χρειάζεσαι ούτε αγγίγματα, ούτε αγκαλιές, ούτε συμβουλές, ούτε εξαντλητικές συζητήσεις για τα «θέματά» σου. Τις βαριέσαι, λες, αλλά πιο πολύ φοβάσαι το δίκιο τους. Την προβολή του εαυτού σου πάνω τους. Το καθρέφτισμά σου. Εσύ ο «ανάπηρος»!

 

Δεν έλειψαν ποτέ απ’ τις λύπες κι ας μην έκλαψες ποτέ αληθινά μπροστά τους. Ίσως να σου ξέφυγε κάποτε ένας τόσος δα λυγμός απ’ τα έγκατα του στομαχιού σου αλλά… ως εκεί. Αυτοί όμως, σκυλιά για πάντα πρόθυμα να γλείψουν την πληγή σου, κι ας είχαν χίλιες δικές τους, γύριζαν γύρω και γύρω και γύρω απ’ τα ποδάρια σου σιωπηλοί, περιμένοντας το δικό σου νεύμα. Όχι ότι το ‘κανες ποτέ, αλλά αυτοί ήταν εκεί όπως και να ‘χε.

 

Κόντρα ρόλοι, κομπάρσοι και πρωταγωνιστές την ίδια στιγμή, μονίμως δράστες απίθανων ηρωισμών, καταπίνουν τη δική τους χαρά στη θλίψη σου και με ειλικρίνεια ισοπεδωτική διαφημίζουν μια «επόμενη μέρα» φωτεινή, διαυγή, «καλύτερη» λένε πάντα. Επιχειρούν το αδιανόητο μαζί σου. «Έλα! Μια μπιλιά ακόμη είναι. Ρίχ’την!». Κι εσύ τζογάρεις ξανά γι’ αυτό το αύριο, γιατί νιώθεις ότι και να χάσεις πάλι εκεί γύρω θα ‘ναι όλοι τους, no matter what. Με τις ίδιες μεθοδευμένα σιωπηλές κινήσεις να μαζέψουν όλα σου τα υπάρχοντα, απ’ τα κλειδιά του αυτοκινήτου δίπλα απ’ το τελευταίο διπλό χωρίς πάγο -χρόνια επένδυσή σου σε μια αμφίβολη σωτηρία- ως τα χιλιάδες κομματάκια στα οποία αυτοβούλως κόπηκες και με πλήρη συναίσθηση σκόρπισες εδώ κι εκεί.

Είσαι απ’ τους ανθρώπους που κάνουν τις σχέσεις να μοιάζουν δύσκολες κι ας νομίζεις ότι είσαι… βιβλίο ανοιχτό. Αν τους ρωτήσεις θα σου το πουν: στοχαστική διαφορική εξίσωση με τίμημα την ψυχραιμία τους. Αλλά αυτοί ήταν εκεί! Δεν εγκατέλειψαν ποτέ την προσπάθεια να σε καταλάβουν και ας μισούν τα μαθηματικά.

Λοιπόν, ναι! Τους χρωστάς!

Σας ευχαριστώ όλες και όλους, φιλαράκια μου. Αυτής και κάθε άλλης εποχής.

Η επόμενη μπιλιά μου, για πάρτη σας.

ΥΓ: Σας αγαπώ. No matter what. Δυστυχώς, με τον τρόπο μου…

 

 

Η Ρίτα Δαλεζίου είναι… απλώς η Ρίτα.

Μισεί τις “ταμπέλες” και αγαπάει τη λευτεριά της θάλασσας και τη θλίψη των μεγάλων λιμανιών.

Σπούδασε Δημοσιογραφία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Φύλου στην Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία.

Ασχολείται θεωρητικά και πρακτικά με τη μετανάστευση και την κοινωνική ένταξη και ζει στη Σύρο.