Είναι και μια ώρα της ημέρας που αντί να πας για ύπνο κάθεσαι και συλλογίζεσαι από την αρχή τα λάθη, τις επιλογές, τους έρωτες σου, τα τραγούδια που σε κάνουν να κλαις και αυτά που σε κάνουν να γελάς. Είναι μια ώρα που έχουν γράψει πολλοί για αυτήν. Εξέφρασαν τις σκέψεις τους και τα όνειρα τους. Τα πάθη και τις αμαρτίες τους. Μπορεί να λένε πως τα φαντάσματα βγαίνουν στις τρεις το βράδυ, μα γιατί τότε αρχίζουν να σε στοιχειώνουν από τις δύο; Μπορούμε να μιλήσουμε ατελείωτα για όλα αυτά που νιώθουμε και να ξαναρχίσουμε από την αρχή, γιατί ο άνθρωπος- παράξενο ον όπως είναι, μιλάει όλο και περισσότερο γι’ αυτά που τον πονάνε, αλλά τι γίνεται με όλους αυτούς που μιλάνε;

Ο L. S έχει γράψει πως αυτή η ώρα είναι για τους ποιητές, για τους αλκοολικούς και τους μοναχικούς ανθρώπους που δεν κοιμούνται την αγκαλιά των αγαπημένων τους.

Κι αν αυτή η ώρα είναι για όλους τους ανθρώπους; Για τους ποιητές και τους συγγραφείς που βρίσκουν μια στιγμή της ημέρας να σκεφτούνε όλους τους κόσμους που δημιουργήσανε και οριακά να κρυφτούν μέσα σε αυτούς. Για τους αλκοολικούς που βυθίζονται στην θλίψη τους, για όλους αυτούς που είναι μακριά από το σπίτι τους, για αυτούς που νιώθουν ότι είναι στο περιθώριο και ψάχνουν ένα φιλικό χαμόγελο να τους τραβήξει από το σκοτάδι. Για αυτούς, που γυρνάνε πλευρό στο άδειο τους κρεβάτι και φαντάζονται όσα θα έπρεπε να έχουν γίνουν και όσα δεν θα έπρεπε να έχουν πει.

Μα δεν γίνεται να υπάρχει μόνο λύπη και στεναχώρια σε κανένα λεπτό της ώρας. Για να υπάρξει απουσία της ευτυχίας σημαίνει πως κάποια στιγμή, υπήρξε. Και ήταν τόσο έντονη και δικαιωματικά δική σου, ώστε να μπορέσει να τραφεί ύστερα όλη αυτή η λύπη και η μελαγχολία. Όλος αυτός ο αναστεναγμός. Έτσι λοιπόν είναι και για τους ερωτευμένους που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι και χαμογελούν που έχουν τον ερωτά, δίπλα τους, για αυτούς που κοιμούνται ανακουφισμένοι που έχουν ανθρώπους να τους αγαπούν κοντά τους. Για εκείνους που είπαν τα σωστά λόγια και δεν μετανιώνουν στιγμή για τις σκέψεις που έκαναν. Για τους καλλιτέχνες που ξυπνάνε, και ανοίγουν τις μπογιές τους με τα πινέλα να τους περιμένουν ανυπόμονα. Μα είναι για εκείνους που αντιστάθηκαν σε φτηνές δικαιολογίες, πήραν τους δρόμους και χτύπησαν την πόρτα της καρδιά τους για μια τελευταία ευκαιρία και για εκείνους που ελπίζουν ακόμα.

Μα γιατί να περιμένεις μέχρι τις δύο τα ξημερώματα για να νιώσεις όλα αυτά;