Φύγε!

Έκλεισα τα μάτια μου και πλέον δεν υπάρχει στον πόνο μου αντίκρισμα.

Δε θα σε δω.

Φύγε!

Δε θέλω να περιμένω τον καινούριο χρόνο για να σε διώξω, ούτε την αναγέννηση της άνοιξης.

Μια τυχαία μέρα επιλέγω, τη σημερινή, ας είναι όποια είναι, για να σε σβήσω, να σε νικήσω, να σε κατατροπώσω, εφιάλτη μου.

Φύγε!

Παλιέ, σαθρέ, ανάξιε, μίζερε εαυτέ μου.

Που με κρατούσες πίσω, που μου έλεγες ότι δε μπορώ, ε, μάντεψε, ρε, μπορώ!

Φύγε!

Με τα ξενυχτισμένα βλέφαρα, τους κύκλους κάτω από τα μάτια και το μακιγιάζ να τρέχει, να ξεβάφει πάνω στο μαξιλάρι.

Μπορώ!

Διπλό κρεβάτι… Ένα μαξιλάρι.

Λέγε πώς το εξηγείς αυτό, που ήσουν πάντα μόνος, εαυτέ μου, πάντα έφευγες, πάντα φοβόσουν, πάντα έδιωχνες και τελικά τι κέρδιζες; Έμενες μόνος. Με ένα μαξιλάρι. Σε διπλό κρεβάτι. Και να μουτζουρώνουν οι σκιές το λευκό ύφασμα.

Μπορώ!

Φόβε μου, δεν υπάρχεις πια. Σε διέλυσα.

Με βοήθησε το χαμόγελο ενός μικρού παιδιού. Αυτού που θέλω να έχω.

Μου κράτησε τόσο σφιχτά το χέρι η μοναξιά, με μούδιασε, μελάνιασαν τα σημεία που τα παγωμένα της δάχτυλα με άγγιζαν.

Με μαστίγωναν αλύπητα τα «όχι» μου, τα «δεν πρέπει» μου, τα «φοβάμαι» μου.

Κουράστηκα πολύ να χτίσω το κάστρο μου γερό κι άπαρτο, να μην μπορεί ούτε ένα βλέμμα-βέλος αγάπης να το ρίξει.

Ήμουν έτοιμη για πόλεμο.

Μα η ματιά σου, έρωτα, ήταν κλειδί.

 

Εαυτέ μου, σήκω και πες τους ότι δε θέλω πια να με κουμαντάρουν.

Δε χωράνε λάθη στον έρωτα, ούτε δισταγμοί.

 

Θέλω να μπορώ να κοιτάξω στα μάτια τα λάθη μου και να τους πω…

 

«Καλά ως εδώ. Αφήστε με τώρα μόνη».

 

Να πέσω, να πονέσω, να χαθώ.

 

Κι αγκαλιά σου να κλαίω, αγάπη…

Να ζω αγκαλιά σου, αγάπη…

 

 

Η Μαριάνθη Γρ. Λαζαρίδου είναι αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης. Εργάζεται ως αρθρογράφος σε εφημερίδα και δηλώνει λάτρης των λέξεων και των διαμαντιών, επειδή και τα δυο είναι για πάντα!

 

Facebook: Marianthi Lazaridou