Ώρες ώρες ξαφνιάζομαι με το πόσο έντονα αισθάνομαι το κενό.

Εκπλήσσομαι δήθεν.

Με το πόσο μόνος μπορεί, όχι να αισθάνεσαι, να είσαι.

Και με το πόσο μόνος επιδιώκεις να είσαι.

Δεν αντέχω αυτές τις μεταλλαγές του.

Ποιος του δίνει το δικαίωμα να με εκμεταλλεύεται έτσι;

Θα μου πεις μυαλό είναι.

Κι αυτή η βαριά ανάσα.

Απόδειξη πως ζει η καρδιά, ακόμη.

Αντέχει λέει σε κάθε ρουφηξιά.

Και πόση οξύτητα να αντέξει αυτό το στομάχι

και πόση πίκρα, μα πόση πίκρα.

Κι εμείς να επιμένουμε να κυνηγάμε τ’ άπιαστο

και να ελπίζουμε να ελπίζουμε

μέσα στην αγανάκτηση

να ελπίζουμε.

Εσείς πάλι, απέναντι.

Πάντα απέναντι να ψάχνετε τους τρόπους.

Καμιά φορά δίπλα μας

κι εκεί τρόπους ψάχνετε.

Εκείνοι όμως πουθενά.

Παντού και πουθενά.

Να πίνουν, να καπνίζουν, να ταξιδεύουν, να απορούν, να νευριάζουν

να κάνουν τελοσπάντων τ’ ανθρώπινα όλα.

Τα πάντα πολλές φορές, για το τίποτα.