Θα ξαναφύγουν.

Με την ίδια ευκολία που γύρισαν, θα ξαναφύγουν.

Μη γελιέσαι.

Δεν τους είναι κόπος.

Δεν ενδιαφέρονται, αντίθετα αδιαφορούν.

Αδιαφορούν που αύριο θα τους περιμένεις χαμογελαστή στην πόρτα

με μια ανοιχτή αγκαλιά.

Αδιαφορούν που την επόμενη εβδομάδα θα πνίγεις μόνη σου τα δάκρυα

και θα κατηγορείς τον εαυτό σου ακόμη μία φορά.

Αυτό που λαχταράς τόσο πρόθυμα να χαρίσεις, το είχαν κάποτε και δεν το εκτίμησαν.

Ούτε τώρα θα το εκτιμήσουν.

Δεν είναι ταξιδιώτες, ελεύθερα πνεύματα, όπως τόσο ρομαντικά συλλογιέσαι.

Πουθενάδες είναι, κατάλαβε το. Χώνονται στις ζωές των άλλων για να υπάρξουν κάπως μέσα από αυτές.

Εξαφανίζονται κι εμφανίζονται ανά τακτά διαστήματα στη ζωή σου,

όχι γιατί δεν αντέχουν να ζουν έξω από αυτήν, αλλά γιατί ζούνε κι αλλού παράλληλα.

Τους έδωσες τα κλειδιά βλέπεις και δε τα ζήτησες ποτέ πίσω.

Για να μπορούν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να περνάνε σαν επισκέπτες να πουν ένα γεια στην καθημερινότητα σου, να κεραστούν ένα ποτό, ένα κρεβάτι, ένα σ’ αγαπώ και μετά κύριοι να φύγουν διακριτικά -πάντα- από την πίσω πόρτα.

Και σε ρωτάω λοιπόν, γιατί εκείνον που ξεροσταλιάζει κάτω από το μπαλκόνι σου και παρακαλάει επίμονα να του ανοίξεις, δεν του επιτρέπεις να περάσει ούτε το κατώφλι;

Κάποτε θα παρακαλάς εσύ και θα μένεις απέξω.

Γι’ αυτό καιρός να αλλάξεις ρότα. Μα πρώτα να αλλάξεις κλειδαριά.

Κι αυτή τη συνήθεια να δέχεσαι απρόσκλητες επισκέψεις, να την κόψεις.

Φιλοξενία θα πει φιλώ(=αγαπώ) τους ξένους.

Τους ξένους, τους άγνωστους.

Όχι τους γνωστούς- άγνωστους.

Αυτούς τους γνώρισες κάποτε .

Πλέον δεν θέλεις να τους ξέρεις.