Κεχαΐδης, ο σύγχρονός μας.

Φαντάζομαι το Δημήτρη Κεχαΐδη να φτάνει νεότατος στην Αθήνα του ’50 και να περιπλανιέται, επαρχιώτης αυτός, του Θεσσαλικού κάμπου, στα φανταχτερά φώτα της μετεμφυλιακής πρωτεύουσας.

Πίνει τον καφέ του στο Μέγα Αλέξανδρο στην Ομόνοια, κάτω από το ξενοδοχείο Μπάγκειον, βγαίνει έξω στη φασαριόζική πλατεία, περνάει απέναντι, στο περίπτερο ανάμεσα Αθηνάς και Σταδίου, και κοντοστέκεται να ακούσει τα πηγαδάκια μπροστά από τις κρεμασμένες με μανταλάκια εφημερίδες. Τα πολιτικά αίματα ανάβουν, ο Κεχαΐδης «συλλέγει» φράσεις και ιδιωματισμούς, βγάζει ένα μπλοκάκι και κρατάει σημειώσεις. Ανηφορίζει την Αθηνάς μέχρι το Μοναστηράκι, χώνεται στην Ηφαίστου, παρατηρεί τα παλιατζίδικα στην πλατεία Αβησσυνίας, φτάνει Θησείο. Στην Ασωμάτων χώνεται στα στενά, παρατηρεί τους ηλικιωμένους στα παγκάκια, μια γυναίκα που αδειάζει έναν κουβά με βρωμόνερα έξω από μια αυλή, δυο τύπους που παίζουν τάβλι με τα φανελάκια, ένα μοτοσακό να περνάει με θόρυβο, ιιιιι και να στρίβει πίσω από το λαχειοπώλη στο βάθος.

Πιάνει δεξιά προς την πλατεία Κουμουνδούρου, παρατηρεί τα παλιά αστικά σπίτια, αυτά από τα οποία εμπνεύστηκε ο Καμπανέλλης τα πρώτα του έργα, διασχίζει την Πειραιώς και περιδιαβαίνει στον Κεραμεικό. Σιδερένιες πόρτες, εργολάβοι που μετράνε οικόπεδα, μπουλντόζες που κατεδαφίζουν μονοκατοικίες, χτίστες παντού που τραγουδάνε πάνω στις σκαλωσιές τραγούδια του Καζαντζίδη και του Πάνου Γαβαλά, μια πανσπερμία ανθρώπων, από όλα τα μέρη της χώρας που εργάζεται, μαγειρεύει, πάει βόλτα, πίνει καφέ, διασκεδάζει, ερωτεύεται, κρύβεται και ζει.

 

Φτάνει στην πλατεία Μεταξουργείου, χαζεύει το θέατρο της Σοφίας Βέμπο. Μόνο και μόνο για να τη δει άξιζε που κατέβηκε στην Αθήνα. Βγάζει εισιτήριο, την έχει δει την παράσταση ξανά, μα βρε παιδί μου τι θηρίο είναι αυτή η γυναίκα, βγαίνει και νομίζεις ξαφνικά ότι η σκηνή απλώνεται μέχρι τον ουρανό, ότι τα φώτα λάμπουν πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο.

 

Ξαναπαίρνει την ανηφορική Αγίου Κωνσταντίνου, κοντοστέκεται στο Εθνικό Θέατρο, διαβάζει τις παραστάσεις στη μαρκίζα, πολύ κλασικά πράγματα για τα γούστα μου, σκέφτεται, εγώ θέλω ανθρώπους λαϊκούς, σαν τους θαμώνες σε εκείνο το καφενείο στον Άγιο Παντελεήμονα, σαν τους μαραζωμένους επαρχιώτες που έγιναν θυρωροί στα αστικά σπίτια της οδού Καλλιφρονά και της πλατείας Αμερικής, με αυτές τις μαρμάρινες εισόδους, το μικρό πάγκο του θυρωρού στο ισόγειο, το δυαράκι που βλέπει στον ακάλυπτο. Το ντιβανάκι στη γωνιά, η μικρή κουζίνα, ένα ραδιόφωνο, μια υφασμάτινη ντουλάπα, μια πολυθρόνα και δυο καρέκλες, όλα αρχινισμένα ξανά, μια χώρα σε συνεχή κύκλο, μια χώρα σαν έρημο κυλικείο στο σταθμό Δομοκού, με το χιονόνερο να χτυπάει στα τζάμια, και την καρέκλα άβολη και σκληρή στην πλάτη σου.

 

Χαμένος στις σκέψεις του ο Κεχαΐδης φτάνει γωνία Σταδίου και Πεσμαζόγλου. Δυο βιαστικοί συνήγοροι με τους χαρτοφύλακες στο χέρι τον προσπερνούν βιαστικοί, κατευθυνόμενοι στα Δικαστήρια της οδού Σανταρόζα, απέναντι από το Ρεξ. Πολλά πρωινά πηγαίνει θεατής και παρακολουθεί τις δίκες. Τους δικηγόρους πάντα στην τρίχα, τους δικαστές βλοσυρούς, τους κατηγορούμενους απαθείς, και τους συγγενείς τους με την στεναχώρια στα μάτια. Μα τώρα δεν έχει χρόνο να σταθεί, έχει ήδη αργήσει. Μπαίνει στη μικρή πόρτα, δίπλα από την κεντρική είσοδο του θεάτρου Ορφέας. Κατεβαίνει τη σκάλα. Ημίφως και σκοτεινιά. Στο βάθος ένας μεσήλικας με ένα τσιγάρο στο χέρι. Γύρω του νέα παιδιά. Καπνίζουν όλοι. Ντουμάνια ο καπνός δημιουργεί μέσα στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης μια αχλή μυστηριακή. –«Καλώς το Δημητράκη, του λέει ο Κουν. Παιδιά πάμε μέσα.»  Είναι η πρόβα για τα δύο πρώτα του θεατρικά μονόπρακτα. Ξεκινάει το «Μακρινό λυπητερό τραγούδι». Ο Κουν βυθίζεται στην πολυθρόνα του, με το τσιγάρο που τελειώνει ανάβει ένα καινούριο. Ησυχία.

 

Ο Κεχαΐδης, ο σπουδαιότερος διαλογίστας του νεοελληνικού μας θεάτρου, μου κάνει την τιμή, έστω από μια άλλη διάσταση,  να σκηνοθετήσω το τρίτο έργο του, στη μικρή μου σκηνοθετική καριέρα. Οι ήρωες του με έχουν στοιχειώσει χρόνια τώρα. Από το πρώτο έτος της Δραματικής Σχολής, στην οδό Τζαβέλλα στα Εξάρχεια, εκείνα τα φτωχικά σπουδαστικά μου χρόνια. Οι φράσεις των ηρώων του έρχονται στα χείλια μου. Οι μνήμες του γίνονται δικές μου. Οι γυναίκες που πόθησα και ποτέ δεν είχα, ζωντανεύουν στις αφηγήσεις των ρόλων του. Οι μουσικές που άκουγα μικρός γίνονται οι υποκρούσεις του. Και το καλοκαίρι διαδέχεται το βροχερό φθινόπωρο, το Θησείο την Τρίπολη, η Τρίπολη τη Λάρισα, και τώρα το παλιό σπίτι του Καραγάτση στην οδό Σπάρτης, φιλοξενεί τη «Βέρα» του, που έγινε μας, και ελπίζω και σας, ενώ η βροχή έξω πέφτει, καθώς τα τελευταία χρόνια, συνεχώς και αδιάλειπτα, χαλάει ο κόσμος.

 

Τον Νίκο Ορφανό, αυτή την περίοδο θα τον βρείτε στο θέατρο “Ακάδημος“, να πρωταγωνιστεί στη μαύρη κωμωδία “La Nonna“, από Τετάρτη έως και την Κυριακή. Παράλληλα σκηνοθετεί τη “Βέρα” του Δημήτρη Κεχαϊδη, που ανεβαίνει στις 29 Νοεμβρίου, στον πολυχώρο “Αλεξάνδρεια”,στην πλατεία Αμερικής. Όσο για τους τηλεοπτικούς δέκτες, πρωταγωνιστεί στην νέα σειρά του MEGA “Το σπίτι της Έμμας”, μαζί με τον Γιάννη Μπέζο και την Κάτια Δανδουλάκη.