Φεύγουν οι φίλοι και μικραίνουν οι ζωές μας. Αφήνουν πίσω τους φιγούρες κόκκινες. Σημαδεμένα τραπουλόχαρτα να κάνουν σχέδια για το παρελθόν.

Οραματιζόμαστε και πονάμε ετεροχρονισμένα. Δεν καταφέραμε ποτέ να εξελιχθούμε. Εξακολουθούμε να αγαπάμε επίμονα.

Πλατεία Μαβίλη. Μυρωδιά τηγανιτής πατάτας. Πάντα. Ανεξαρτήτως θαμώνων.

Δεκαπέντε λεπτά, στη σκιά του φωτεινού σηματοδότη.

Το πρωί, ή θα ευγνωμονώ αυτό το τέταρτο ζωής ή θα έχω ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή του.

Πεθαίνουμε αμετάφραστοι. Στην ίδια νύχτα. Ξένοι. Με τον αττικό ουρανό κρεμασμένο στο λαιμό.

Δεν θα μας σώσει η γραφή. Ούτε η ανάγνωση.  Ίσως η νύχτα.

Μετά τη δύση του ήλιου, ο νους κάνει τα πιο σπουδαία λάθη. Τι κι αν απόψε αδυνατώ να συγκεντρωθώ σε ένα και μόνο σφάλμα.

Νύχτα, Ντάμα, Ρήγας.

Κι ο ήλιος μπαλαντέρ μιας άβολης συνήθειας.