Μ. Βρετανία 2013. Μια μίνι ξενάγηση σε κομμάτια της ιστορίας της Τέχνης, πιο συγκεκριμένα στον Ρέμπραντ. Μια ”ξενάγηση” στις δημοπρασίες των μεγάλων έργων τέχνης. Σπιντάτη μουσική και μοντάζ. Hi-tech αμπαλάζ, ο James McAvoy ως δημοπράτης (ή μήπως όχι μόνο αυτό); “Κανένα έργο τέχνης δεν αξίζει όσο η ανθρώπινη ζωή”… Καλώς ήρθατε στο…

TRANCE

του Danny Boyle(2013).

Θρίλερ γρήγορων ρυθμών, συνεχιζόμενων ανατροπών, πλημμυρισμένο από μουσική και δυνατά ντεσιμπέλ. Η νέα ταινία του μεγάλου στυλίστα που λέγεται DannyBoyle, η πρώτη του δουλειά μετά την τελετή έναρξης της πρόσφατης Ολυμπιάδας είναι εδώ.

Ο Σάιμον (McAvoy) μπλέκει σε μια κλοπή ενός πίνακα του Ρέμπραντ. Χτυπάει το κεφάλι και χάνει την μνήμη του. Ο Φρανκ (Vincent Cassel) είναι αρχηγός μιας συμμορίας ληστών με κοστούμια και ακριβά χόμπι. Είναι αυτός που βάσει σχεδίου θα έπρεπε να έχει έναν πίνακα Ρέμπραντ στην κατοχή του. Αν ο Σάιμον θυμόταν που τον έχει κρύψει.

Το θέμα καλείται να λύσει μια…υπνωτίστρια (Rosario Dawson – soooo sexy σε αυτόν τον ρόλο), στην οποία θα οδηγηθεί ο Σάιμον προκειμένου να ανακαλέσει τα συμβάντα της κλοπής και της δημοπρασίας και να φέρει στο φως την κρυψώνα του πίνακα. Μαζί με μυστικά και αλήθειες που έχουν θαφτεί οριστικά στο παρελθόν του. Το δικό του και των άλλων.

Ο,τι και να πεις περισσότερο για την δαιδαλώδη, σχεδόν περίπλοκη και δύσκολα παρακολουθήσιμη ανά διαστήματα, η πλοκή του Trance θα είναι αποκαλυπτικό για πράγματα που καλύτερα να εκπλαγείς βλέποντάς τα στην οθόνη.

 

Ο Danny Boyle ξανασυναντά τον σεναριογράφο των πρώτων ταινιών του (“Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων”, “Trainspotting”), John Hodge. Και δεν είναι σύμπτωση που στη συνταγή του Trance υπάρχουν υλικά του “Μικρά εγκλήματα…”: ανατροπές, προδοσίες, φιλίες που δεν είναι και τόσο φιλίες, ένα έγκλημα στο επίκεντρο της πλοκής και διάφορες διακλαδώσεις γύρω του.

Μόνο που τότε είχαμε την καλύτερη στιγμή των δυο δημιουργών σε μια ταινία που αποτέλεσε την στιλιστική και όχι μόνο αφετηρία δυο μεγάλων ταλέντων του σινεμά. Που φαίνονταν πως θα καθόριζαν το βρετανικό τοπίο της έβδομης τέχνης όπως και έγινε. Τώρα πια έχουμε μια ανατύπωση μοτίβων. Χαμένοι στην…υπόθεση.

Το σκηνοθετικό ύφος του Danny Boyle τον ορίζει. Είναι στυλίστας πάνω από όλα. Τον ενδιαφέρει περισσότερο η φόρμα, ο ρυθμός, τα γαμάτα μουσικά (του) ακούσματα που στέκονται και ως ένα υπέροχο soundtrack για να αγοράσει και να ακούει κανείς. Το καταιγιστικό, κομμένο στην μουσική πολλές φορές, μοντάζ. Και όλα αυτά είναι cool όταν υπάρχει και κάτι να πεις από πίσω (“Trainspotting”). Και ανέχεσαι την διαφημιστική/ τουριστική ματιά σε μελοδραματικές ιστορίες και ας υποβαθμίζει το δραματικό περιεχόμενο τους (“Slumdog Millionaire”, “127 ώρες”). Τα έχουμε ξαναθίξει άλλωστε.

Ο Alfred Hitchcock είχε μιλήσει για την ερωτική προσκόλληση/εμμονή σε μια ιστορία ρομαντικού πόνου και μπαρόκ καλλιτεχνικής διεύθυνσης με το εξαιρετικό “Vertigo”. Σε αυτόν οι πίνακες δεν ήταν μέρος της πλοκής αλλά μέρος της αισθητικής του ανάγνωσης στην Ιστορία. Και είχε βουτήξει στα βαθιά νερά της ψυχανάλυσης για τα δεδομένα της εποχής του με το πρωτοποριακό “Spellbound” με την υποστήριξη του Salvador Dalí στην καλλιτεχνική διεύθυνση των σκηνών του ονείρου.

Από την άλλη ο Christopher Nolan καταδύθηκε στον κόσμο των ονείρων (“Ιnception”) ορίζοντας την ερωτική εμμονή μέσα από μια αλληλουχία ονείρων εντός άλλων ονείρων και το αιώνιο μοτίβο του: πως είναι πολύ επώδυνο να προσπαθείς να είσαι κάποιος πέρα από τον εαυτό σου. Πόσο μάλλον όταν δεν ξέρεις ποιος πραγματικά είσαι! Ανήγαγε σε τέχνη τον εντυπωσιασμό των εφέ και τις πόλεις που διπλώνονται γιατί ήξερε να ελέγχει το αρτιστίκ περιτύλιγμα.

Ο Boyle όλα αυτά τα ξέρει. Έξυπνος και πολύπειρος σκηνοθέτης είναι. Δεν τα εφαρμόζει όμως. Πατώντας ανάμεσα στους “προλαλήσαντες” συναδέλφους του, καταδύεται στις εμμονές των χαρακτήρων, την ανάμνηση (οκ, όχι στο όνειρο) και την επίφαση: καθρέφτες και αντανακλάσεις. Είναι και φαίνεσθαι. Άλλοι είναι και άλλοι φαίνονται να είναι οι ήρωες του. Και ο μίτος της Αριάδνης ξετυλίγεται αναπάντεχα. Το Trance είναι διάχυτο με κάθε του σημασία στην ταινία. Στον τίτλο, στην μουσική επιδερμίδα της, στο μυαλό των ηρώων, στην ψυχή τους, στο σκηνοθετικό “χάσιμο” με τα θαμπώματα των κατόπτρων.

Η Rosario Dawson γίνεται η απαραίτητη femme fatale αυτού του hitech μινιμαλιστικού νέο-νουάρ σε έναν από τους καθοριστικούς ρόλους της ζωής της. Ας μην διακινδυνέψουμε spoiler.

Ο σκηνοθέτης αφήνεται όμως μεθώντας ο ίδιος από το φαίνεσθαι και πολύ λιγότερο από το είναι του φιλμ του. Δυναμώνει τις μουσικές, επιταχύνει, μπερδεύει, μπερδεύεται, ξεμπλέκει. Αυτοί που ίσως δεν ξεμπλέκουν από τις αμαρτίες είναι οι ήρωες του. Αποζημιώνει η σεκάνς πριν το φινάλε, δεν λέμε το παραμικρό για να μην αποκαλύψουμε μυστικά. Από μόνα τους άλλωστε αρκούν για να σε πάνε μέχρι την αίθουσα. Έστω και από περιέργεια.

Aν πάλι βαριέσαι να βγαίνεις, να περιμένεις σε ουρές εισιτηρίων και δεν σε ενοχλεί το να δεις μια κάπως παλιά ταινία, υπάρχει και αυτό:

ΔιχασμένοΚορμί (Body Double)

του Brian De Palma, 1974.

Old και all time classic De Palma. Old και all time classic suspense cinema. Ο μετρ του σασπένς, ο δεύτερος μετά τον Hitchcock, σε μια από τις ένδοξες 80s στιγμές του. Ακολουθώντας μια σειρά διαδοχικών αριστουργημάτων του (Dressed to kill, Blowout, Scarface) ο σκηνοθέτης επιτυγχάνει εδώ την επιτομή του χιτσκοκικού σασπένς με την δική του ηδονοβλεψιακή ματιά στον ερωτισμό, το σεξ και γιατί όχι, το ίδιο το σινεμά;

Ο Jake (CraigWasson) είναι ένας ανασφαλής νέος και κυριολεκτικά κερατάς ηθοποιός ταινιών β’ διαλογής. Πιάνοντας την κοπέλα του με άλλον, ψάχνει να αλλάξει λίγο την ζωή του προς το καλύτερο. Σε μια οντισιόν  συναντά τον Sam (Gregg Henry). Γνωρίζονται καλύτερα και ο Sam του αναθέτει να του φυλά το σπίτι όσο ο ίδιος θα λείπει σε ταξίδι για δουλειές. Μια σχεδόν διαστημική σπιταρόνα δηλαδή! Πρώτα όμως θα τον εισάγει στον κόσμο του μπανιστηριού, δείχνοντάς του την γειτόνισσά του, η οποία κάθε νύχτα κάνει στριπτίζ πίσω από το ανοιχτό της παράθυρο.

Όταν ο Sam φύγει ο Jake θα αποκτήσει μια σταδιακή εμμονή με την τολμηρή γειτόνισσα, ή έστω την σιλουέτα της. Θα κάνει τα πάντα για να την γνωρίσει και να έρθει σε επαφή (παντός τύπου) μαζί της. Θα επιδιώξει να ξεπεράσει την κλειστοφοβία του. Και θα καταλήξει να γίνει μάρτυρας ενός εγκλήματος κοιτώντας μέσα από το τηλεσκόπιο. Είναι η σέξι γειτόνισσα νεκρή;

Είναι ο Jake στην κόλαση αντί για τον παράδεισο που νόμισε ότι βρήκε; Σιγά σιγά θα καταβυθιστεί σε ένα σύμπαν όπου τίποτα και κανείς δεν είναι όπως φαίνεται (χαίρομαι πάντα να χρησιμοποιώ αυτήν την κλισέ φράση γιατί είναι και τόσο αγαπημένο κλισέ σημείο στην πλοκή κάθε τέτοιας ταινίας). Στην ιστορία θα εμφανιστεί και η Melanie Griffith στον κομβικό ρόλο μιας πορνοστάρ, την οποία ο Jake συναντά κατά τη διάρκεια του “ταξιδιού” του προς την αναζήτηση του εγκλήματος (αγαπημένο μοτίβο του σκηνοθέτη). Αν αυτό υπάρχει. Και αν είναι όπως (του) φάνηκε.

Ο De Palma πιο αναφορικός από ποτέ. Προς τον μεγάλο δάσκαλο Hitchcock κατά βάση. Το τηλεσκόπιο, το ενδεχόμενο ενός εγκλήματος, το σεξ (ο Hitchcock λόγω εποχής και δικής του ματιάς συνήθως το υπονοούσε, ο De Palma δεν κωλώνει και μας τα δείχνει συνήθως φόρα παρτίδα), ο εξ αποστάσεως μάρτυρας. Όλα τα υλικά του αριστουργηματικού “Σιωπηλού Μάρτυρα” (1954). Της ταινίας της οποίας το βασικό μοτίβο πλοκής υιοθέτησε κάθε άνθρωπος που καταπιάστηκε με την μυθοπλασία, που έπιασε κάμερα ή έκατσε σε σκηνοθετική καρέκλα. Από την αστυνομική σειρά “Αστυνόμος Ρεξ” και σχετικό επεισόδιό της, μέχρι τους “Μεν και Δεν” σε επεισόδιο εν είδει… παρωδίας!

Ο De Palma δεν κλέβει αλλά δανείζεται. Εξάλλου τον ενδιαφέρει λιγότερο ο κόσμος της ψυχανάλυσης. Ο χιτσκοκικός αθώος ήρωας που θα βρεθεί στο μάτι των εξελίξεων και του κυκλώνα είναι εδώ. Mαζί με την σκηνή ανθολογίας όπου ακούμε το θρυλικό και απαγορευμένο “Relax” των Frankie goes to Hollywood. Μαζί με τα καθαρόαιμα υφολογικά στοιχεία του σκηνοθέτη, τα μονοπλάνα με γερανό, τα split screen, τα ζουμ, τα track in και out. Μαζί με το μπανιστήρι που αποτελεί παραβολή για τον ίδιο τον κινηματογράφο από τον “Σιωπηλό Μάρτυρα” ακόμα. Ο θεατής είναι ο πιστός ηδονοβλεψίας, το πανί της οθόνης είναι το παράθυρο. Η ημίγυμνη καλλίπυγος χορεύτρια με το στριπτίζ είναι το οπτικό θέαμα. Μήπως αυτό δεν είναι τελικά και το ίδιο το σινεμά;

Πάρτε μια μικρή γεύση αντί για trailer.

 

O Θανάσης Αγγελόπουλος σπούδασε Mass Communication and media arts/ Film and TV Directing στο Queen Margaret University. Σκηνοθέτησε την μικρού μήκους ταινία Boy Storyη οποία συμμετείχε στο 18οAthens International Short Film Festival-Νύχτες Πρεμιέρας 2012,  στο 6ο Thessaloniki International Short Film Festival 2012, όπου βραβεύτηκε με το cinematic achievement award και θα συμμετάσχει στο San Francisco Greek Film Festival 2013.

Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο φοιτητικό freepress Καλειδοσκόπιο, στο περιοδικό Λιμάνι καθώς και σε άλλα διαδικτυακά portals.

Θανάσης Αγγελόπουλος on Facebook

Θανάσης Αγγελόπουλος on Twitter