Αφήνομαι συχνά στα βρώμικα μέρη τις ψυχής μου. Εκεί ανοίγω παρτίδες με ένα σωρό αληθινούς ήρωες της φωτεινής ζωής που ζούνε στο περιθώριο. Δεν παίζω ανέμελος με την φωτιά, όπως μου είπε ένας φίλος. Καίγομαι ολόκληρος και μαζί και τα φασιστικά μου ένστικτα που με διώχνουν από τον εαυτό μου. Λυτρώνομαι απ’ τα ξερατά των προγόνων μου που έστησαν καρτέρι για να με ξεκάνουν πριν την ώρα μου.

Απ’ την άλλη, ίσως, υποσυνείδητα να ήθελαν να τους ξεφύγω για να τους στείλω το παλτό μου. Γιατί, πολύ κρυώνουν εκεί στην ενέδρα τους. Σκέφτομαι, η ζωή που τους στέρησαν, οπλίζει το κεφάλι τους για εκδίκηση, και την στιγμή που θέλουν να τα παρατήσουν ολοένα στέκονται ντούροι.

Όποιον πάρει ο χάρος. Και όποιος γλυτώσει, να φέρει το παλτό, εκείνο που δεν αφήνει το κρύο να χιμήξει. Γιατί, ευγνώμονες πρέπει να είμαστε στα δύσκολα που μας ρίξανε.