Το σκεφτόταν μέρες. Το πάλευε μέσα του, έγερνε τη ζυγαριά μια από δω μια από κει, μέτραγε τις πιθανές απώλειες. Δεν είναι βλέπεις εύκολα πράγματα αυτά! Δεν μπορείς να τα κάνεις επιπόλαια, χωρίς να λογαριάσεις τις συνέπειες!

Γιατί ναι, σου αρέσει! Τη βλέπεις και σου κόβονται τα γόνατα, σπάει η καρδιά σου, ανεβαίνει εκείνος ο κόμπος στο λαιμό που δεν καταπίνεται με τίποτα, αδειάζει το βλέμμα, θολώνουν οι πάντες και μόνο η δική της εικόνα παραμένει καθαρή, απαστράπτουσα. Είναι άλλωστε η ομορφότερη κοπέλα που ξέρεις. Είναι κατά γενική ομολογία, η ομορφότερη όλων!!! Εver!!!

Όμως υπάρχουν και οι φίλοι, που χαμπάρι σε έχουν πάρει, στημένη στην έχουν, να δουν, θα τολμήσεις να το κάνεις; λίγο για να απολαύσουν την καζούρα, πολύ περισσότερο για να ταυτιστούν μαζί σου, να απομυθοποιήσουν την παραδοχή της καψούρας, ίσως, ω μη γένοιτο και τη χυλόπιτα.

Υπάρχει και η καθημερινή συνύπαρξη στον ίδιο χώρο. Πόσο δύσκολη θα είναι άραγε η επόμενη μέρα, μιας πιθανής της άρνησης; Ο Γιάννης υπέβαλε τον εαυτό του στο ενδεχόμενο. Σφίχτηκε η καρδιά του κι άλλο. Αποφάσισε να απορρίψει την ιδέα.

Άλλαξε πάλι γνώμη το επόμενο λεπτό. Είπε να το συζητήσει με τη δίδυμη αδελφή του. Έτσι η όποια ντροπή του, καταρχάς δεν θα έβγαινε έξω από τα τείχη της οικογένειας. Εκείνη η άτιμη, την επόμενη μέρα, πήγε και την ψάρεψε την Αγγελική. Τι την ψάρεψε δηλαδή, τη ρώτησε στην ψύχρα, με αυτοπεποίθηση και τσαμπουκά, πώς της φαινόταν ο αδελφός της! Ήξερε πως είχε πέραση ο βλάκας, ωραίο τον έβρισκαν όλες, γιατί ωραίος ήταν. Η Αγγελική χαμήλωσε τα μάτια αμήχανη και απομακρύνθηκε χωρίς να απαντήσει.

«Τι άλλο θες δηλαδή;» ρώτησε η Μαρία τον αδερφό της το ίδιο βράδυ.

«Δηλαδή αυτό ήταν καλό τώρα;»

«Μα καλά, τίποτα δεν καταλαβαίνεις;»

Στην κρίσιμη στιγμή, του δόθηκε ένα ακόμα κίνητρο, μεγάλη ιστορία τώρα, τι να λέμε; Ταμπουρώθηκε πίσω απ’ αυτό. Θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ως άλλοθι, αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Θα μπορούσε να πει σε όλους πως γι αυτό το έκανε, όχι επειδή ήταν αληθινά ερωτευμένος. Δειλία του φάνηκε, όταν το επανέλαβε στο κεφάλι του, μα δεν τον ένοιαξε. Και οι αληθινοί άντρες δειλιάζουν καμιά φορά. Ή μήπως όχι;

Την επομένη το μεσημέρι, βρήκε μια στιγμή που ήταν μόνη της και την πλησίασε. Εκείνη τόλμησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Γιάννης άφησε τις λέξεις να πάρουν το δρόμο τους.

«Θέλεις να τα φτιάξουμε;»

Ύστερα τον είδαν όλοι να τρέχει σαν τρελός, να πηδάει τα κάγκελα του σχολείου και να εξαφανίζεται στο στενό.

Του είχε δώσει απάντηση; Τα μηνίγγια του χτυπούσαν! Δεν θυμόταν! Δεν είχε σταθεί να ακούσει!

Χαμήλωσε το ρυθμό του. Το σχολείο ήταν πια ασφαλώς μακριά, πίσω του.

Δύσκολη που είναι η ζωή στα δέκα!

Σταμάτησε! Διπλώθηκε να αντέξει τον πόνο στον σπλήνα του!

Η αδρεναλίνη τον μέθυσε! Γέλασε!!!

 

 

Η Μαίρη Μανδάλη είναι Συγγραφέας και Πολιτικός Μηχανικός

Facebook:Μαίρη Μανδάλη

Facebook Page:Το φως των πλάνων αστεριών • Μαίρη Μανδάλη

http://www.vassosotiriou.gr/%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%B7/