Και τώρα;

 

Πώς βγαίνουμε από δω;

 

«Κάνε δεξιά», ακούς τη σκέψη σου.

 

Κάτι παλιές μνήμες, σχεδόν ξεχασμένες, έρχονται από τα μακρινά και δεν σε προφτάνουν.

 

Ζορίζεσαι. Δυσκολεύεσαι να θυμηθείς.

 

Άσχημες εικόνες και μαύρες, διάσπαρτες, μπηγμένες σα γυαλιά στο μυαλό σου,

 

το ματώνουν.

 

Πονάς.

 

Οι όμορφες… Πνίγονται μέσα στο σκοτάδι και δεν μπορείς να τις δεις καλά.

 

Ψάξε, ψάξε, δεν θα τις βρεις.

 

-Έλα, καθυστερείς, τελείωνε. Αριστερά τώρα.

 

Αμφιβολίες πιο πολλές κι από τα κύτταρα του κορμιού σου.

 

Για τα πράγματα αυτά καθαυτά, για τους ανθρώπους.

 

Ποτέ σου δεν τους πίστεψες.

 

Κάτι απωθημένα που ούτε στον εαυτό σου δεν ομολόγησες, ντροπή σου.

 

Κάτι πράγματα που πάντα περίμενες να γίνουν, μα ποτέ δεν έκανες.

 

Κάτι συγγνώμες, λίγες για τους άλλους – πολλές για σένα .

 

…Ακόμα τις μετράς…

 

Κάτι χαμόγελα πιο ζεστά κι από τον ήλιο, χαμογελάς κι εσύ ασυναίσθητα.

 

Ένα σ’αγαπώ που το κράτησες για σένα μόνο, γιατί το άλλο σου το κλέψανε.

 

Κι ένα μόνιμο παράπονο.

 

Σχεδόν δάκρυ.

 

-Βιάσου. Προχώρα.

 

-Χάθηκα.

 

-Προχώρα είπα.

 

Λεπτομέρειες, πολλές άχρηστες λεπτομέρειες.

 

Όλες τις λεπτομέρειες τις κρατούσες, σαν ρακοσυλλέκτρια, ζεις από τις πιο βρωμερές.

 

Κι όμως μέσα σε όλη τη σαβούρα το μάτι σου πιάνει κάτι να φέγγει.

 

Μοιάζει τόσο ξένο με τη μαυρίλα.

 

Είναι η Ελπίδα σου.

 

Αυτή που σε πιάνει και σε μαζεύει από κάτω, κάθε φορά.

 

Κι ας την βρίζεις κι ας την διώχνεις κι ας την κλωτσάς.

 

Εκεί αυτή. Πείσμα.

 

Είναι ο λόγος που δεν μπορείς να συγκρατήσεις το μόνιμα αδικαιολόγητο χαμόγελο σου.

 

Δεν σ’ εγκαταλείπει ποτέ.

 

Δεν εγκαταλείπεις κι εσύ.

 

-Πού πάω τώρα;

 

-Πουθενά, εκεί που φέγγει, μείνε.

 

Στην Ελπίδα