Είναι η εποχή των σκληρών ημερών.

Αυτών που είτε περνούν ξεδιάντροπα γρήγορα

είτε σέρνονται σασν χρόνια.

Ξέρεις, το σπίτι άλλαξε.

Αυτοβούλως.

Μεγάλωσε και άσπρισε.

Και η μυρωδιά του άλλη πια.

Σχεδόν ανυπόφορη καμιά φορά.

Είναι που λείπει τ’άρωμά σου από τα συστατικά.

Που βρίσκεσαι; Το σώμα σου έχει την ίδια γεύση μακριά μου;

Και οι δρόμοι άλλαξαν.

Μάκρυναν.

Κάθε που επιστρέφω σε ψάχνω στις γωνίες.

Ούτε μία δεν μου χάρισες..

Επιστροφή. Ούτε μία.

Όση ησυχία κι αν έκανα , δεν τις άκουσα τις κραυγές σου.

Τις έχασα κι αυτές.

Υπήρξαν στ’αλήθεια;

Η αγάπη; Τι απέγινε; Την είδες;

Γερασμένη και ξεφτισμένη μου φάνηκε.

Η γνώμη μου δεν πιάνεται όμως.

Εγώ έχω προηγούμενα μαζί της.

Κάποια βράδια σαν κι αυτό, επιτρέπω στον εαυτό μου μικρές αμαρτίες.

Φορώ τα ρούχα σου και κολλάω την άδεια σου κολώνια στα ρουθούνια μου.

Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι πως έρχεσαι.

Πάντα μετά τη δουλειά ,

πάντα με μια λιχουδιά.

Μ’αγκαλιάζεις, με πειράζεις,μου γελάς.

Κοιμάμαι έτσι.

Περισσεύοντας μέσα στα ξεχασμένα ρούχα σου και ζαλισμένη απ’το οινόπνευμα.

Εσύ; Πως κοιμάσαι μακριά μου; Που χωράς;

Με πήρε το ξημέρωμα πάλι.

Άτιμες ημέρες. Σκληρές.