Ευτυχώς που με ‘μαθαν να σωπαίνω. Να ανταλλάσω χρυσάφι με δηλητήριο. Να γελάω βαριά, βαριά σαν να κλαίω. Να ξεχνάω κάθε τι που ποθώ και να θυμάμαι κάθε τι που φοβάμαι. Ευτυχώς που δεν με ξέχασαν οι εχθροί μου, που με χλεύασαν οι φίλοι μου, που χάθηκα ανάμεσα σε παρέες μυρμηγκιών και πλάγιασα σε κεραίες κατσαρίδων.

Ευτυχώς έζησα και γω ήσυχα καθώς μου είπαν. Κοιμόμουν βαριά, ονειρευόμουν σπάνια, έξινα την πλάτη μου μ΄ ένα μαραφέτι που καθώς το κούναγα πάνω κάτω έκανε θόρυβο. Εκνευριστικό θόρυβο. Μα τι σημασία είχε. Ζούσα ήσυχα. Δίχως σκοτούρες. Δε ζητούσα κι έτσι δε λάμβανα. Μα κι αυτό ευλογία ήταν καθώς μου είπαν. Δεν αναρωτιόμουν ποτέ μα ούτε οι άλλοι αναρωτιόνταν για μένα. Υπήρχα μόνη, υπήρχα για μένα μακριά από συγκινήσεις και έρωτες, μακριά από το τρέμουλο της ξεθωριασμένης εικόνας των ορίων. Απεχθανόμουν αυτούς που γέλαγαν συνέχεια σαν ανόητοι κι αυτοί απεχθάνονταν τη μιζέρια μου. Όχι εμένα, τη μιζέρια μου καθώς μου είπαν.

Μα εγώ την αγαπούσα δαύτη, σαν παιδί που ξέβρασα βαθιά απ’ τα σπλάχνα μου. Την αγαπούσα γιατί έγδερνε το πετσί μου κάθε μέρα λίγο λίγο με τα χάδια της δίχως χέρια, δάχτυλα ή νύχια, δίχως πρόσωπο ή λόγια βαρύγδουπα, μονάχη της έτσι αδειανή όπως ήταν με μάτωνε. Κι όταν έκλεινα τα μάτια εμφανιζόταν μπροστά μου θεριό ολάκερο το μέσα μου και με κατάπινε παρασύροντάς με σε ύπνο βαθύ που απαγόρευε τα ταξίδια. Δεν ήμουν δυστυχισμένη κι ας έλεγαν μέσα στην κακεντρέχειά τους οι άνθρωποι πως την παντρεύτηκα τη δυστυχία μου. Αλλά τι να ξέρουν αυτοί. Κάθε λίγο ερωτεύονταν λες κι ήταν κουνέλα ο έρωτας και τους χάριζε τα νεογνά του.

Εμένα η δική μου κουνέλα γεννήθηκε άκαρπη και δεν μου χάρισε ούτε ένα σπόρο λες και στη θέση της καρδιάς εγώ είχα χτίσει μάντρα με παλιοσίδερα να μαζεύω εκεί κάθε λογής ανάπηρα σκουπίδια.  Ερχόταν κι έφευγε η φαγούρα στην πλάτη μου κι ώρες ώρες σάλευε το μυαλό μου και κάτι τρελές ιδέες το διέσχιζαν απ’ τη μία πλευρά ως την άλλη κι άναβα κάτω εκεί ανάμεσα στα σκέλια μου. Κλεινόμουν στο δωμάτιο για ώρες ακίνητη, τεντωμένη στο κρεβάτι σαν άρρωστη και προσευχόμουν να γίνω καλά από τούτον εδώ τον παράξενο πυρετό. Κι ύστερα όταν είχα συνέλθει απ’ αυτό το ιδιαίτερο μαρτύριο πήγαινα στο σαλόνι για να συναντηθώ μ’ ένα άλλο. Ο δρόμος ήταν γεμάτος παιδιά και τα ουρλιαχτά τους διαπερνούσαν τ’ αυτιά μου σα σειρήνες που ξύπναγαν τον αέναο πόλεμο των μέσα μου.

Τα παιδιά δεν με πλησίαζαν ποτέ, σαν τους άντρες κι αυτά με μισούσαν μέσα στην επιπολαιότητά τους. Δεν ήμουν γεννημένη για τον έρωτα μα ούτε και για τους καρπούς του και παρ’ όλα αυτά αυτή η μικρή φωτιά που φούντωνε που και που μέσα μου είχε βαλθεί να μ’ επισκέπτεται συχνά πυκνά ταράσσοντας την υποκρισία μου. Την ισορροπία μου ήθελα να πω, με συγχωρείτε. Άκου άκου βλέπεις τα λόγια τους γίνονται λόγια σου κι είναι κάτι στιγμές κοφτερές σαν λεπτές κλωστές που τα κάνεις ασυναίσθητα δικά σου.

Εμένα δεν χρειάστηκε να με πείσουν για την ευτυχία μου, με πείσαν για τη δυστυχία μου κι αυτό ήταν αρκετό για να ‘μαι ευτυχισμένη. Έζησα ήσυχα καθώς μου είπαν. Βλέπεις οι νεκροί δεν είναι παρά ένα μάτσο ηδονοβλεψίες που έχουν φετίχ με τη ζωή.