Τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία στην αφηγηματική τέχνη σε όλο τον κόσμο. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους. Η Γιορτή Παραμυθιών με το ξεκίνημά της το 2003, σε μια εποχή που οι επαγγελματίες αφηγητές στην Ελλάδα ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού και λίγο αργότερα το 2006, η γένεση του Κέντρου Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών θεωρούμε ότι έχει συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη της αφηγηματικής τέχνης, κάνοντάς την ευρύτερα γνωστή στον Ελλαδικό χώρο αλλά και ανοίγοντας δίαυλους επικοινωνίας με τους εργάτες και τους φίλους της αφήγησης, αναγνωρίζοντας παράλληλα την προσφορά και την πορεία αφηγητών που έχουν εργαστεί σκληρά για την ανάπτυξη αυτής της τέχνης. Για εμάς, ο Ελληνικός αφηγηματικός λόγος ξεπερνάει τα σύνορα της χώρας μας και γίνεται οικουμενικός. Αυτή η προοπτική της οικουμενικότητας ίσως κάποιους «επαγγελματίες αφηγητές» να τους φοβίζει και να τους δημιουργεί επαγγελματική ανασφάλεια. Αυτό όμως δεν είναι λόγος οχύρωσης στο πεπατημένο. Ανοίγουμε νέους δρόμους χωρίς κανέναν φόβο ότι “Θα έρθουν οι νέοι αφηγητές και θα μας πάρουν την δουλειά”. “Το μέλλον ανήκει σε αυτούς που έρχονται γιατί αυτοί θα μας  συμπληρώσουν, αυτοί θα διορθώσουν τα σφάλματά μας, αυτοί θα μας αντικαταστήσουν και αύριο αυτοί με τη σειρά τους θα λογοδοτήσουν”. Η διάδοση της αφήγησης θα γίνει από τους αφηγητές. Όσοι περισσότεροι αφηγητές τόσο περισσότερες ιστορίες θα μεταφέρονται.
Μπορούμε όμως όλοι να κάνουμε αφήγηση;
Μπορούμε όλοι να είμαστε αφηγητές;
Φυσικά και μπορούμε!
Όλοι μας λέμε ιστορίες στην καθημερινή μας ζωής. Η αφήγηση όμως στην καθημερινότητά μας δεν γίνεται πάντα με συνειδητή χρήση των αφηγηματικών εργαλείων. Εδώ μπαίνει ένα διαφορετικό στοιχείο για τον επαγγελματία αφηγητή ο οποίος χρησιμοποιεί συνειδητά τις γνώσεις του, τον  λόγο, το σώμα του όλες τις επικοινωνιακές του δεξιότητες για να μεταδώσει τις ιστορίες.
Κάποιοι λένε: έχω το χάρισμα να λέω ιστορίες το κληρονόμησα από τη γιαγιά μου. Βεβαίως μπορεί να είναι κάποιος και χαρισματικός, όμως η γνώση δεν μειώνει το χάρισμα και σήμερα στην Ευρώπη όλοι λένε ότι ο αφηγητής πρέπει να είναι ένας άνθρωπος με γνώση και εκπαίδευση.
Οι σημερινοί «επαγγελματίες» αφηγητές σπάνια αφηγούνται σε μια παρέα γύρω από ένα τζάκι ή στην αυλή της γειτονιάς. Παρίστανται πια μπροστά σε ένα κοινό, δίνουν μια παράσταση, σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο και απευθύνονται σε κοινό που έχει ήδη ενημερωθεί για το γεγονός. Έχουν κάνει ανακοινώσεις, έχουν εκδώσει δελτίο τύπου διατηρούν ιστοσελίδα για να προβάλουν τις δράσεις τους  και η αφήγηση τους είναι  πλαισιωμένη από όρους και προϋποθέσεις. Όταν λοιπόν ο αφηγητής ερασιτέχνης ή επαγγελματίας μπαίνει σ’ αυτή τη διαδικασία θα πρέπει να έχει κάτι παραπάνω από ταλέντο. Κάποιοι έχουν αποκτήσει την τεχνική μέσα από την εμπειρία χρόνων, άλλοι χρειάζονται μια Σχολή για να τους δώσει τα εργαλεία έτσι ώστε να δεχτούν καλύτερα την εμπειρία της αφήγησης. Για όλους όμως θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι η ευθύνη της προφορικής παράδοσης στην εποχή της λεγόμενης νέο αφήγησης δεν είναι προνόμιο μονάχα των «Επαγγελματιών». Θα σταθώ για λίγο στον όρο «Επαγγελματίας» για να δούμε τον ρόλο του στην διάδοση της αφήγησης. Τον όρο «Επαγγελματίας» στην Ελλάδα τον καθορίζει η έναρξη επιτηδεύματος στην οικονομική εφορία. Επιλογή του επιτηδευματία είναι να ζει απ’ την αφήγηση και να βάζει όποια ταμπέλα θέλει και να ζητάει ως αμοιβή ότι θέλει, απ’ τη στιγμή που φορολογείτε για τα έσοδα του, πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές, χαρτόσημα κ.λ.π
Την επιλογή αυτή του καθενός τη σέβομαι και ως εδώ συμφωνώ, αλλά την τελική κρίση την κάνει το κοινό. Το κοινό δεν διαχωρίζει επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, δεν τον αφορά αν έχει κάνει έναρξη επιτηδεύματος στην οικονομική εφορία ή αν είναι υδραυλικός που λέει παραμύθια. Το γεγονός ότι ζει κάποιος απ’ αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινός εργάτης της αφήγησης δεν σημαίνει ότι έχει ήθος, δεν σημαίνει ότι έχει επαγγελματισμό ότι νοιάζεται για την διάδοση της! Και φυσικά το ίδιο ακριβώς ισχύει και για αυτούς που λένε ότι είναι ερασιτέχνες και όχι επαγγελματίες.  Από την άλλη υπάρχει και η μερίδα αυτή των αφηγητών που λένε ότι είναι και θα είναι πάντα ερασιτέχνες και ότι η αφήγηση δεν είναι χώρος βιοπορισμού. Είναι απόλυτα σεβαστή και αυτή η άποψη με την προϋπόθεση ότι δεν βάζουν εισιτήριο στις παραστάσεις τους και στα εργαστήριά τους.  Σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις όπως και να αυτοπροσδιορίζεται ό καθένας  το κοινό τελικά, εκφράζει αν του άρεσε αυτό που είδε, άκουσε και αισθάνθηκε ή όχι. Αν έλαβε την ιστορία για να την ταξιδέψει στο χρόνο λέγοντας την.
Άλλωστε αυτή είναι και η ουσία της παράδοσης να είναι διερχόμενη ώστε να μπορεί να μεταφερθεί και πάλι και πάλι και πάλι…  

Γιώργος Ευγενικός

Αφηγητής, ηθοποιός, σύμβουλος, αφήγησης, εκπαιδευτής, διευθυντής της “Σχολής Αφηγηματικής Τέχνης” και καλλιτεχνικός διευθυντής  του Κέντρου Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών και του Κέντρου Αφηγηματικής Τέχνης. Έχει σπουδάσει στην Ανωτέρα Δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης – Καρόλου Κουν και έχει παίξει σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων από το 1988 έως σήμερα. Το 1997 τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Αφηγείται ιστορίες από τη λαϊκή προφορική παράδοση, τη μυθολογία, ιστορίες βιωματικές και μαρτυρίες από τη σύγχρονη εποχή. Με τις ιστορίες του έχει ταξιδέψει στην Ελλάδα, και το εξωτερικό. Έχει αφηγηθεί σε Φεστιβάλ, Μουσεία, Βιβλιοθήκες, Λέσχες αφήγησης, Σχολεία, Ιδρύματα, στο Ραδιόφωνο την Τηλεόραση κ.αλ.

http://evgenikos.blogspot.gr
www.e-mythos.eu