Σήμερα ο ήλιος έχει σταθεί απέναντι μου να με παραμονεύει, λες και θέλει κάτι. Παίρνω τις απαραίτητες δόσεις ζωής για να σταθώ να γράψω. Στην καλύτερη, θα νιώσω ασήμαντος. Έτσι ίσως ξεπληρώσω το δώρο του.

Τρένο των 10:40. Προορισμός μου ο σταθμός Waterloo. Επιβιβάζομαι και κάθομαι σε μια από τις τέσσερις αντικριστές θέσεις. Απέναντί μου είναι μια δεσποινίς ντυμένη με εξαιρετική θηλυκή διαύγεια. Ωραιότατα καστανά μαλλιά. Γλυκό εύθραυστο πρόσωπο, και ένα βιβλίο απορροφάει την προσοχή της. Η ματιά μου την επεξεργάζεται απροσποίητα. Γοητευτική. Στρέφω την προσοχή μου έξω. Το μάτι μου γεμίζει πράσινο. Μου αρέσει. Όμως το μυαλό μου είναι στην δεσποινίδα.

11:10 αποβίβαση. Η δεσποινίς κατεβαίνει πρώτη. Την ακολουθάω. Πρέπει να πάρω απόφαση γρήγορα. Θα βγω από το πρόγραμμα μου για λίγη ώρα. Μπορώ να το ρυθμίσω. Το βήμα της είναι έντονο, αλλά ανάλαφρο. Δεν φοράει τακούνια και με θέλγει ακόμα περισσότερο. Πρέπει κάτι να σκαρφιστώ, να αλλάξω την ροή. Εντείνω το βήμα μου. Βγαίνει έξω από τον σταθμό και εγώ από πίσω. Ξαφνικά γυρίζει και κοιτάει πίσω. Με βλέπει, δεν τα χάνω, σηκώνω το χέρι και της κάνω χειρονομία να περιμένει. Ξαφνιάζεται, αλλά στέκεται ακίνητη. Αμηχανία. Πλησιάζω. Κάτι πρέπει να σκαρφιστώ. Αμηχανία.

Φτάνω μπροστά της και χαμογελάω. Ανταποκρίνεται και περιμένει ανυπόμονη. Βάζω το χέρι μου στην τσέπη και βγάζω τον αγαπημένο μου στυλό. Της τον δωρίζω. Μένει έκπληκτη και συστηνόμαστε. Είναι μια οπτασία. Με κοιτάζει στα μάτια, δεν μιλάμε.

Της λέω αν θέλει να με ακολουθήσει στην κοντινότερη παμπ. Μου γνέφει καταφατικά, δεν την νοιάζει. Παραγγέλνουμε μπύρα και καθόμαστε απομονωμένα, σ’ ένα ξύλινο πάγκο. Η παμπ είναι παλιά εκκλησία, έχει ατμόσφαιρα μυστηριακή. Της εξηγώ ότι δεν μπορούσα να την αποφύγω. Με κοιτάει χωρίς να μιλάει. Απορροφάει τα λόγια λαίμαργα. Της λέω ότι δεν με ενδιαφέρουν τα προσωπικά της. Το ίδιο μου λέει και αυτή για μένα. Της χαμογελάω και πλησιάζω το πρόσωπο μου στο δικό της. Το πρόσωπο της αλλάζει γίνεται λάγνο. Της τρώω τα χείλη λαίμαργα. Αναδύονται μικροί αναστεναγμοί. Τα χέρια μου χάνονται στο κορμί της σαν φίδια. Τρέμει από ηδονή. Την φιλάω στον λαιμό είναι πανέμορφη. Δεν αντέχω, θέλω να τα σκίσω και να τα πετάξω όλα από πάνω μου. Καίγομαι.

Σταματάω απότομα. Της πιάνω τα χέρια και τα φιλάω. Της λέω ότι πρέπει να φύγω. Η μεγάλη τραγωδία μου είναι να μείνω και να πάρω αυτό που θέλω. Την θέλω για πάντα. Φεύγω, συγχώρεσε με.