Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη φορά! Πρόσφατα ανακαινισμένη η αίθουσα, έχαιρε της εκτίμησης των κατοίκων της επαρχιακής μας πόλης, έκανε και μεσημεριανές Κυριακάτικες προβολές για τα παιδάκια. Θυμάμαι τις απλίκες με το κρύσταλλο –λέμε τώρα- το σκαλιστό, στρατιωτάκια ακούνητα να ακολουθούν την κλίση του διαδρόμου, πολύ μοντέρνες για την εποχή και πολυτελείς. Θυμάμαι ακόμα και το χρώμα από τις βελούδινες καρέκλες, βαθύ βυσσινί ήταν,  το πέλος του υφάσματος ακόμα φρέσκο και ζωντανό, στη μνήμη μου χαραγμένη η αίσθησή του καθώς το χάιδευα με τα ακροδάχτυλά μου, λίγο γιατί την είχα αυτή τη μανία από μωρό, λίγο γιατί είχα μια μικρή αγωνία.

Θυμάμαι και το παλτό της, το ωραίο το καμηλό, με το γούνινο γιακά, που το είχε διπλώσει προσεκτικά και με είχε βάλει να καθίσω, για να σηκωθώ ψηλότερα, να βλέπω καλά, να μην με κουράζει και το κάθισμα που με δίπλωνε μέσα του, γιατί τεσσάρων ήμουν και βάρος ικανό να το κρατάει ανοιχτό, δεν είχα. Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον κρύωνε χωρίς το παλτό της η μαμά μου, γιατί καθώς φαίνεται τα χρήματα της ανακαίνισης είχαν εξαντληθεί στις απλίκες και τα βελούδα και μια ψυχρούλα την έκανε. Δεν είχε πει τίποτα. Κρατούσε μόνο το χεράκι μου, περισσότερο για να ζεσταίνεται το δικό της και το καμηλό παρέμεινε από κάτω μου, μέχρι που η μικρή αγωνία που λέγαμε πως είχα, μεγάλη έγινε για την τύχη των Αριστογάτων και με τα μάτια βουρκωμένα την έπεισα και φύγαμε πριν το τέλος!

Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη φορά! Οι απλίκες έδειχναν πια ξεπερασμένης αισθητικής και το πέλος του βελούδου είχε κατσιάσει, μα τι προσέχεις απ’ όλα αυτά στα δεκαπέντε σου;

Προσέχεις μόνο, πως άφησε τη φίλη σου τη Γεωργία να περάσει στα καθίσματα, για να μπορέσει να καθίσει εκείνος δίπλα σου! Προσέχεις πού θα ακουμπήσεις το δεξί σου χέρι, να είναι διαθέσιμο στην περίπτωση που αναζητηθεί, εκεί το αφήνεις, στο δεξί μηρό σου πάνω κι ας παθαίνει σιγά σιγά αγκύλωση. Ευτυχώς σου μένει ελεύθερο το αριστερό, να παίζει με το πέλος το κατσιασμένο, λίγο γιατί την έχεις αυτή τη μανία από μωρό, λίγο γιατί έχεις μια μικρή αγωνία. Και η μουσική πλημμυρίζει την αίθουσα και εντάξει, το παραδέχεσαι, ο Tom Cruise στο «Top Gun» είναι ωραιότερος από το “The color of money” («Χρώμα του χρήματος»), που έτρωγε τη σκόνη του ”Fast” Eddie Felson (Paul Newman), μα η αγωνία σου δυναμώνει, βλέπεις και δεν βλέπεις, ακούς και δεν ακούς και κρυώνεις λίγο κι ας ντύθηκες καλά, λείπει και το καμηλό από κάτω σου…

Κι εκεί που ξυλιάζει το χέρι και θες να το πάρεις να το κρύψεις στο μπουφάν, θυμωμένη που το εξέθεσες, εκεί το «Take my breath away» ομολογεί τον έρωτα κι ένα ζεστό άλλο χέρι καλύπτει την παγωμάρα του δικού σου και το αίμα διπλασιάζει ταχύτητα, ρέει με ορμή στις αρτηρίες και κάνει την καρδιά να χτυπάει πιο δυνατά από το τραγούδι, στα μηνίγγια σου. Και εντέλει λατρεύεις το μισοσκόταδο, που κρύβει τα χέρια που ντρέπεσαι κι εσύ ακόμα να κοιτάξεις, λατρεύεις και την τεράστια οθόνη που σε φωτίζει, μα δεν μπορεί να νικήσει τη λάμψη τω ματιών σου, την έξαψη του αγγίγματος!

Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη φορά και μοναδική, που αφέθηκα να δακρύσω, γιατί ντροπής πράγμα είναι αυτό να γίνεται δημοσίως! Σε μια άλλη αίθουσα, πιο ζεστή, τελευταίας τεχνολογίας και αισθητικής, με παχιά μοκέτα, αναπαυτικά καθίσματα να μην σε καταπίνουν και ήχο αντάξιο της μουσικής του Nicola Piovani.

Ο Γερμανός, οδηγεί με την απειλή του αυτόματου τον Guido(Roberto Benigni), στο σκοτεινό αδιέξοδο του στρατοπέδου. Εκείνος, κι εκείνη τη στιγμή ακόμα, κάνει τον παλιάτσο, για χάρη του μικρού του γιου. Λες πως τελευταία στιγμή κάτι θα συμβεί, θα γλιτώσει. Ακούγονται οι ριπές. Φαντάζεσαι μόνο το πτώμα. Δεν το βλέπεις ποτέ. Και η ψυχή του γιγαντώνεται, νιώθεις όχι μία, δύο, τρεις πνοές να απλώνονται πάνω από το στρατόπεδο και βουβαίνεσαι. Δεν στέκεσαι να μετρήσεις αν είναι εκβιασμένο το δάκρυ, δεν αναλώνεσαι στα αμερικανικά σωτήρια στρατεύματα του τέλους, γιατί «La vita e bella»! («Η ζωή είναι ωραία»).

Το χέρι μου απλώθηκε να παρηγορήσει την ξαδέλφη μου που πλάνταζε στο κλάμα, μαζί με τη μισή τουλάχιστον αίθουσα. Το ένα. Το άλλο, άφησε το βελούδο της καρέκλας κι έπιασε το χαρτομάντιλο.

Θυμάμαι σαν τώρα την τελευταία φορά που πήγα θερινό σινεμά στη Βουλιαγμένη. Θυμάμαι πως έκοψα το βήμα μου όπως συνήθιζα, να απολαύσω την αλλαγή της θερμοκρασίας, τη δροσιά του χώρου που με περίμενε φιλόξενος, την αίσθηση του χαλικιού, τον ήχο του. Τραβήξαμε τις καρέκλες πιο κοντά στο τραπεζάκι, ακουμπήσαμε τα μπουκάλια μας. Πήραμε ανάσα «μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά», χαζέψαμε τις κυρίες στα μπαλκόνια τριγύρω, πάνω από τον ψηλό, καταπράσινο μαντρότοιχο,  που έστηναν σιγά-σιγά τις καρέκλες τους στη σειρά κι άρχισα πριν σκοτεινιάσει καλά-καλά, ελλείψει βελούδου, να παίζω στα δάχτυλά μου, το μεταξωτό μου μαντήλι. Χαμογελάσαμε σε μερικούς, που τους νιώθαμε πια οικογένεια, μια βδομάδα είχαμε περάσει τα βράδια μας μαζί, στις «νύχτες noir», μαζί κι εκείνο, το τελευταίο, που λες και σημαδιακό ήταν, μύριζε πιο εξωτικά, μύριζε “Casablanca”. Γιατί δεν ξαναπήγα θερινό από τότε, τριάμισι χρόνια τώρα, δεν νοιάζει και πολύ. Μα το “As time goes by” ηχεί συχνά στ΄ αυτιά μου. Κι όταν ξαναπάω, ας με πείτε γραφική, θα είναι αυτό για να ξανακούσω! “Play it Sam…!”

 

«Δεν θυμάμαι πάντα την πρώτη φορά!»

Έτσι μου είπε ένας φίλος πρόσφατα. Ώρα πολλή μιλούσαμε, αραδιάζαμε ταινίες, ηθοποιούς και ατάκες, μοιραζόμασταν αναμνήσεις που έμοιαζαν κοινές κι ας μην -τις περισσότερες- τις είχαμε παρέα.

«Βλέπω τόσες φορές τις ταινίες που αγαπάω, που δεν θυμάμαι την πρώτη φορά!»

Είχε δίκιο. Πόσες και πόσες δεν παίζουν σαν «χαλί» παράλληλα με τις ζωές μας; Πόσες δεν συνδέονται με το πρώτο φιλί, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, ένα χωρισμό, την ευκολία της οικειότητας, μια κοινή ανάμνηση, ή ένα κοινό αστείο, που αρκεί ένα βλέμμα για να τα μοιραστείς, δυο μπράτσα που παρακολουθούν δίπλα-δίπλα, μια γνωστή ατάκα που την περιμένεις να την ψιθυρίσεις πριν αφεθείς στο Μορφέα; Τι πειράζει κι αν αφεθείς; Το πρωί θα είναι εκεί πάλι αν το θες, ο ίδιος ήρωας, η ίδια ατάκα, συνεπείς, να παίζουν ξανά σαν «χαλί» στη ζωή σου, ακόμα κι αν εσύ με τον καιρό αλλάξεις, τους δεις αλλιώς, τους καταλάβεις αλλιώς. Αυτοί είναι ίδιοι, πρόθυμοι να σου δείχνουν πως ναι, καμιά φορά αλλάζεις, μα κυρίως μένεις ο ίδιος και παίζεις με τα ακροδάχτυλά σου, με το πέλος του βελούδου στο μαξιλάρι του καναπέ, λίγο γιατί την έχεις αυτή τη μανία από μωρό, λίγο γιατί έχεις μια μικρή αγωνία! 

Η Μαίρη Μανδάλη είναι Συγγραφέας και Πολιτικός Μηχανικός

Facebook:Μαίρη Μανδάλη

Facebook Page:Το φως των πλάνων αστεριών • Μαίρη Μανδάλη

http://www.vassosotiriou.gr/%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%B7/