Σ’ αναγνώρισα

σιγοτραγουδώντας δυο στίχους

και μια μελωδία νοσταλγία.

Ήσουν εσύ.

Κρατούσες το χέρι μιας φάλτσας νότας.

Πάσχιζες να τη κάνεις τραγούδι.

Μα εκείνη.. αρνιόταν πεισματικά.

Της άρεσε ελεύθερη να σεργιανίζει.

Να περπατάει σε ξεκούρδιστες κιθάρες

και να κάνει παρέα με μεθυσμένες κραυγές.

 

Κι εσύ πάντα εκεί.

Άκουγες με υπομονή.

Της έσφιγγες το χέρι πιο πολύ.

 

Περίεργη σε κοίταξε, γεμάτη απορία.

Και συνάμα η προσδοκία της ξέσκιζε τη καρδιά.

-Πως ; σε ρώτησε..

Μ’ απόκριση μονάχα μια ματιά σου,

κάρφωσες τη μελωδία στη ψυχή της.

Τραγουδήσατε παρέα.

Κι έμοιαζε το τραγούδι εκείνο

βάρσαμο στη καρδιά ολάκερου του κόσμου.