Λύγισα…

Για τα παράθυρα που σφραγίστηκαν μέσα σε μια νύχτα

και έκλεισαν την ψυχή μου μέσα σε κατάσταση μέθης.

Για τις πόρτες που ποτέ δεν άνοιξα ενώ πίστευα σε αυταπάτες

αλλοτινών καιρών, πιο αγνών.

Λύγισα και κοίταξα έναν καθρέφτη μήπως με ξυπνήσει,

μήπως μου δείξει τα μάτια μου, κατάκοπα και σκοτεινά.

Θλιβερά γονάτισα και έκλαψα εγώ για την προδοσία που γεύτηκα και με έπνιξε.

Γοερά έκλαψα για τον θάνατο που μελετούσα,

για τα χέρια που ακούμπησα νομίζοντας πως ήταν τα δικά μου.

Μετέωρη βγήκα στην βροχή να πνιγώ,

να μπερδευτούν τα δάκρυα με τη βροχή να παραμυθιαστώ.

Λύγισα και συνάντησα φόβους που δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό τους.

Και η βροχή σταμάτησε και έψαξα να βρω φωτιά, έψαξα να βρω γκρεμό

και στο χείλος κάθε καταστροφής ήξερα πως χειρότερο από την προδοσία δεν είχε.

Χειρότερο από την αγάπη κρεμασμένη σε ένα σκοινί δεν είχε.

Λύγισα και έκανα τον θρήνο μαξιλάρι μου και εσένα ολόκληρο το κρεβάτι μου

για να μπορώ κάθε βράδυ να ξαποσταίνω την απογοήτευσή μου.

Να κοιμίζω τη ζωή μου…

Λύγισα του είπα και μου είπε,

“ δεν πειράζει, εσύ αντέχεις…”