Αιχμηρό, μηδενιστικό αλλά και ενίοτε συναρπαστικό πολιτικό θρίλερ, που καταπιάνεται –μέσω της ηρωίδας του τίτλου– με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και τα κέντρα εξουσίας που γεννιούνται στους διαδρόμους και τα σκοτεινά δωμάτια του κατά τ’ άλλα άσπιλου Λευκού Οίκου. Ο τυχερός σκηνοθέτης Τζον Μάντεν σίγουρα θα ένιωθε κάτι παραπάνω από ικανοποίηση κάθε φορά που έβλεπε την Τζέσικα Τσαστέιν, μία από τις 4-5 κορυφαίες αμερικανίδες ηθοποιούς της εποχής, να χτίζει μεθοδικά, με αυταπάρνηση και δημιουργικούς υπαινιγμούς το διφορούμενο πορτρέτο της. Η σκιώδης Σλόαν της είναι ο καθρέφτης της αμερικανικής (κι όχι μόνο) πολιτικής σκηνής: δυναμική, επιτυχημένη, ελκυστική αλλά και απέραντα επικίνδυνη. Όταν βρεθεί απέναντι σε δυνάμεις που δείχνουν να την ξεπερνούν και βάζουν σε κίνδυνο όχι απλώς την καριέρα της αλλά την ίδια τη ζωή της, η Σλόαν θα αναγκαστεί να ξεπεράσει κάθε όριο. Πίσω από το ανεξερεύνητο παγερό βλέμμα της (διαρκώς η κάμερα είναι στραμμένη πάνω της) παλεύουν δύο αμφίδρομες δυνάμεις που αλλάζουν συνεχώς στρατόπεδα μεταξύ του φαινομενικά καλού, της επίτευξης της προσωπικής καριέρας αλλά και της ανάγκης για κυριαρχία με οποιοδήποτε κόστος. Η φήμη της περιγράφεται ως «η γυναίκα που δεν έχασε ποτέ». Όπως ομολογεί και η ίδια κάποια στιγμή «για αυτό με προσλαμβάνουν: για να νικήσω» κι όλη η αμερικανική κοσμοθεωρία είναι χτισμένη πάνω σε αυτό το σλόγκαν έπαρσης και ματαιοδοξίας. Η νίκη και ο νικητής πάνω από όλα. Η ήττα και ο άκαρπος αγώνας στην πυρά. Ο Μάντεν βασίζει όλη την κυνική ιδεολογία του 21ου αιώνα πάνω στο αφοριστικό θεώρημά του και καταγράφει τις κινήσεις στο σκάκι της πολιτικής σκηνής σαν μια αναμέτρηση μισανθρωπίας, μηδενισμού και έλλειψης ηθικής. Δύσκολα χωνεύονται όλα αυτά και ακόμη πιο δύσκολα μπορεί να συμπαθήσει κάποιος ανθρώπους σαν την Σλόαν και τους ομοίους της. Έχει όμως αξία το να τους εντοπίζεις γρήγορα και να ξεμπερδεύεις μαζί τους ακόμη γρηγορότερα και χωρίς περαιτέρω τύψεις ή δικαιολογίες. Έτσι απλά.

 

Πηγή: Athensvoice