Κλείνω την πόρτα πίσω μου και στέκομαι ακίνητος για μια στιγμή, σχεδόν χωρίς να ανασαίνω. Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να ακούσω μέχρι και τους δείκτες του ρολογιού στο χέρι μου να χτυπάνε. Μακάρι να έβρεχε τώρα, σκέφτομαι. Μια δυνατή μπόρα θα ήταν ότι πρέπει για να ολοκληρώσει αυτό το σκηνικό. Θα ξέπλενε τα πάντα από πάνω και από μέσα μου. Μακάρι να ‘φτανε μόνο μια βροχή για να φύγουν όλα. Υπάρχουν λεκέδες που δεν ξεπλένονται με τίποτα. Τι κι αν μάτωσα στην προσπάθεια μου να τους βγάλω, τίποτα αυτοί, έχουν στεριώσει μέσα μου για τα καλά. Σαν παράσιτα στον οργανισμό μου, σαν μεταλλάξεις στα κύτταρά μου, είναι κομμάτι του Είναι μου πια.

Αρχίζω και κατεβαίνω τα σκαλιά, ακόμα αμφίβολο αν ανασαίνω. Βγαίνω στο δρόμο κρατώντας την τσάντα σφιχτά στο χέρι. Εκεί μέσα είναι ό,τι μου απέμεινε. Ό,τι πιο σίγουρο και σταθερό έχω αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, είναι μέσα σε αυτήν την τσάντα, τα ρούχα μου, δυο-τρία βιβλία (το ένα δικό σου, κάποτε μου είχες υποσχεθεί πως θα μου το χάριζες), μερικές φωτογραφίες, αυτές δικές μου, ένα λουλούδι από τη γλάστρα μας στην αυλή και την αγαπημένη μου κούπα, (κι αυτή κάποτε δική σου). Να πώς πάντα κουβαλάμε κομμάτια από τον άλλον όχι μόνο στην ψυχή, μα και στα χέρια μας. Η αγαπημένη σου λέξη, ώσμωση… Τώρα πρέπει να ξαναβρώ εμένα, χωρίς εσένα στην εξίσωση. Να διακρίνω πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζω εγώ. Μόνος μου, με όσα κι αν κουβαλώ μέσα μου δικά σου.

Ανεβαίνω στη μηχανή, με την τσάντα στην αγκαλιά μου, προστατευμένη, σαν παιδί. Το παιδί που ήμουν μαζί σου. Τώρα πρέπει να μάθω πώς γίνονται τα παιδιά άντρες. Κάνω γρήγορα έναν τελευταίο έλεγχο. Οι φωτογραφίες μας από τις κορνίζες βγήκαν, το δεύτερο μαξιλάρι επέστρεψε στην ντουλάπα, τα σημειώματα από τους τοίχους και το ψυγείο σχίστηκαν, τα φυτά ποτίστηκαν και τα πρώην κλειδιά μου στο συρτάρι με τα άλλα αντικλείδια. Σαν να μην πέρασα ποτέ από αυτό το σπίτι, σκέφτομαι. Σαν να μην γνωριστήκαμε ποτέ… τι κρίμα. Πόσο θα’ θελα να σε ξαναγνωρίσω, πάλι και πάλι, ώσπου να γίνει σωστά… Ξεφεύγει η σκέψη μου και δε μου το επιτρέπω. Η κατάσταση χρειάζεται στρατιωτική πειθαρχία και ψυχραιμία.

Βάζω μπρος και ξεκινώ. Αφήνω την ταχύτητα να αποσπάσει την προσοχή μου και στο μόνο που εστιάζω είναι τα φανάρια. Δυσανασχετώ στα κόκκινα. Δε θέλω να σταματώ, θέλω να απομακρυνθώ όσο γίνεται περισσότερο. Ο αέρας πάντα φέρνει δάκρυα, μόνο ο αέρας, είμαι σίγουρος. Για ποιον άλλον λόγο να δακρύσω, όταν όλα αυτά είναι επιλογή μας; Απαγορεύεται να λυπόμαστε για όσα περνάν από το χέρι μας, υπενθυμίζω στον εαυτό μου. Νιώθω σαν να αποχαιρετώ αυτή την γειτονιά, λες και μου έχει απαγορευτεί να ξαναπεράσω από εδώ στο μέλλον. Τα όμορφα σπίτια που ζηλεύαμε, τον συνοικιακό κινηματογράφο που ποτέ δεν επισκεφτήκαμε, το ψιλικατζίδικο με τα μεταμεσονύκτια παγωτά μας, ακόμα και τα γνώριμα αδέσποτα, μου φαίνεται πως με κοιτάζουν διαφορετικά σήμερα. Γυρνάω περισσότερο το γκάζι και τα αφήνω γρήγορα όλα πίσω μου, πριν υπάρξει έστω και μια πιθανότητα αμφισβήτησης των πράξεών μου.

Στο βάθος ο δρόμος ξανοίγεται αβέβαιος, είναι ανοιχτός όμως, χωρίς περιορισμούς και δεσμεύσεις. Μπορώ να στρίψω όπου επιλέξω. Νομίζω όμως πως θα συνεχίσω να οδηγώ για λίγο ακόμη. Με όλα τα εφόδια στην αγκαλιά μου, θα συνεχίσω να επιτρέπω στον αέρα να μου φέρνει δάκρυα στο πρόσωπο και θα παρακαλάω ακόμα για λίγη βροχή, να διώξει ό,τι φεύγει. Με τον καιρό, το ξέρω, θα μάθω να ζω με ό,τι εκείνη δεν καταφέρει να ξεπλύνει…